Μεταφραστικό Εργαστήρι

Leopoldo Alas (España, 1852-1901), «León Benavides» (μετφρ.- επίμετρο: Στέργιος Ντέρτσας)

Βάζω οποιοδήποτε στοίχημα  πως οι περισσότεροι αναγνώστες δεν γνωρίζουν  την ιστορία αλλά ούτε και το όνομα του λιονταριού του Κοινοβουλίου, το πρώτο που συναντά κανείς καθώς κατηφορίζει τη  Λεωφόρο  Σαν Χερόνιμο. Λοιπόν, ακούει στο όνομα… Λέων, φυσικά. Όμως το επώνυμο; Τι επώνυμο έχει; Ονομάζεται Μπεναβίδες.

Kαλύτερα όμως να δώσουμε σε κείνο  τον λόγο και ν’ ακούσουμε την ιστορία του έτσι όπως το ίδιο είχε την ευγένεια να μου τη διηγηθεί, μια φεγγαρόλουστη νύχτα που  το κοίταζα εξονυχιστικά, βρίσκοντας δεν ξέρω κι εγώ ποια ιδιαιτερότητα που στερούνταν  ο σύντροφος του που βρισκόταν στην αριστερή του πλευρά .

«Τι τόσο το ενδιαφέρον έχει ετούτο το λιοντάρι, το τόσο μεγαλοπρεπές, ευγενές και μελαγχολικό που δεν έχει το άλλο ∙ το οποίο, ωστόσο, με μια επιφανειακή ματιά θα μπορούσε να φαίνεται απολύτως όμοιο με το  άλλο;»

Κάπου στο μέσο του μετώπου του εντοπιζότανε το μυστήριο του ∙ στις ζάρες ανάμεσα στα φρύδια του. Δεν ξέρω πως, αλλά εκεί υπήρχε η αντανάκλαση  μιας ιδέας  που απουσίαζε από τ’  άλλο ∙ και μονάχα για  ετούτη τη διαφορά το ένα ήταν συμβολικό, μεγαλειώδες , καλλιτεχνικό, σχεδόν ιερό και το άλλο άτεχνο, κοινότυπο ∙ το ένα ήταν η πατρίδα και το άλλο η καπηλεία της. Το ένα ήταν λουσμένο   στην ιερή ιδέα, και το άλλο όχι. Όμως σε τι συνίστατο η γλυπτική διαφορά; Ποια πτυχή υπήρχε στο μέτωπο του ενός που απουσίαζε από το μέτωπο του άλλου;

Και παρατηρούσα εγώ το λιοντάρι, που ήταν τοποθετημένο πιο ψηλά, αποφασισμένος, με βαθιά συμπάθεια, να εκμαιεύσω μυστικό του.  Πόσες φορές μέσα στον κόσμο, συλλογιζόμουν, δεν αντιμετωπίζουμε παρόμοιες καταστάσεις: δυο δημιουργήματα  που δείχνουν να ‘ναι  πανομοιότυπα, χυμένα στο ίδιο εκμαγείο, και  που διαφέρουν τόσο,  σε βαθμό να αποτελούν δυο σύμπαντα ολωσδιόλου διαφορετικά ! Το όνομα, το σχήμα, σκεπάζουν ενίοτε κάτω από φαινομενικές ομοιότητες ακόμη και ταυτίσεις, τα πιο διαφορετικά χαρακτηριστικά, κάποιες φορές στοιχεία εκ διαμέτρου αντίθετα.

Και εν μέσω τέτοιων φιλοσοφιών με κατέλαβε  εξαπίνης μια μεταλλική φωνή, που δονούταν στην λάμψη της σελήνης  όπως δονούταν κάτω απ’ τις ηλιαχτίδες εκείνο το περίφημο Αιγυπτιακό άγαλμα.

Τρεμάμενη, γλυκιά, αχνή, βγαίνοντας απ’ τα σιδερένια σαγόνια, η φωνή έλεγε:

«Είναι μια ουλή, η διαφορά που ψάχνεις ανάμεσα σε μένα και τον σύντροφο μου και δεν είναι τίποτα περισσότερο  απ’  αυτό  ∙ είναι πως εγώ έχω  στο μέτωπο μου το σημάδι μιας ουλής. Η ουλή σου αποκαλύπτει μια ψυχή κι έτσι σου προκαλώ ενδιαφέρον. Ευχαριστώ. Πλέον εσύ αντιλήφθηκες  πως εγώ έχω πνεύμα ενώ το άλλο όχι, άκου λοιπόν την ιστορία μου και την ιστορία της ουλής αυτής:

Γεννήθηκα στα βουνά της Λεόν, εδώ και πολλούς αιώνες, στα πιο ψηλά απόκρημνα μονοπάτια που χωρίζουν,  με βαθουλώματα αιωνίως χιονισμένα,  τα χώματα της Λεόν από εκείνα των Αστουριών. Εγώ ήμουν από πέτρα, από πέτρα λευκή, σκληρή, λεία. Από την κορφή μου αγνάντευα μακριά προς τα Βορειοανατολικά άλλα βουνά, επίσης ασπριδερά και απ’  το πολύ που τα θωρούσα βυθισμένα,  σαν και του λόγου μου, βυθισμένα προς τα πάνω, στην λαμπρότητα του γαλάζιου ουρανού, κατέληξα να τα ερωτευτώ σαν  αντικείμενο αντάξιο της  πιο υψηλής μου σκέψης. Ο ήλιος μας έλουζε  με φως ∙ από μένα σε κείνα, από κείνα σε μένα πηγαίναν κι έρχοταν μαρμαρυγές. Τ’ όνομα τους ήταν Κοβαδόνγκα.

Διαβάστε περισσότερα