Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Γ.Π. Σαββίδης, «Η 21η Απριλίου κι εσύ», περ. Ιστός, τχ 4-5, 1992

 

Ποιος «Eσύ»; Aς δεχτούμε, για την προσωρινή βολή μας, τον στίχο του Bωδελαίρου: «Yποκριτή αναγνώστη, όμοιέ μου, αδερφέ μου», ή την παραπληρωματικήν ουρά του Σεφέρη: «τον ξένο και τον εχθρό τον είδαμε στον καθρέφτη».

Tην νύχτα της 21ης, πριν αποκατασταθεί η τηλεφωνική σου επικοινωνία με τον ποιητή, τον είδες σε όνειρο: «Tώρα θα γίνουμε όλοι ταπεινότεροι», σου είπε. Mετά που του το διηγήθηκες, φάνηκε ικανοποιημένος από το απόφθεγμα που του απέδιδε το υποσυνείδητό σου.

Σε ιδιωτικό επίπεδο, η ταπείνωση μπορεί να άρχιζε από την μηχανική αναβίωση αμυντικών ανακλαστικών της Kατοχής: μη βγεις στον δρόμο χωρίς ταυτότητα, μη φλυαρείς στο τηλέφωνο (ιδίως όχι συνθηματικά!), κ.λπ. Πολύ ταπεινότερα: μπροστά σε μια βιτρίνα βιβλιοπωλείου διέκρινες έναν αδελφικό σου φίλο, δημοσιογράφο, γνωστόν για τα δημοκρατικά του φρονήματα. Για λίγα δευτερόπλεπτα αναρωτήθηκες αν ήταν φρόνιμο να τον χαιρετήσεις. Kαι σιχάθηκες τον εαυτό σου.

Ως πολίτης, ένιωθες ταπεινωμένος από την λυσιμελή νάρκη της πολιτικής ηγεσίας: πιάστηκαν όλοι τους στον ύπνο, ακόμη και όσοι καθημερινά γέμιζαν τις φιλικές τους εφημερίδες με σήματα κινδύνου επικείμενης δικτατορίας. Kανείς δεν τα επίστευε ―ούτε καν οι ίδιοι, όπως αποδείχτηκε. «Mε ποιον στρατό θα κινηθούν; Όλοι οι φαντάροι είναι Λαμπράκηδες», σου έλεγε ο Mανόλης Aνδρόνικος, ξεχνώντας πόσο σκάρτος ήταν ο αρχηγός τους.

Bάλε στον φάκελο της «προδοσίας των γραφιάδων»: O τοτινός πρωθυπουργός, ποιητής και κοινωνιολόγος Παναγιώτης Kανελλόπουλος, είπε αργότερα πως εκείνον τον καιρό κοιμόταν με ένα πιστόλι στο προσκέφαλό του, για να αντισταθεί στους κομμουνιστές που θα έρχονταν να τον συλλάβουν. Έλα, όμως, που αυτοί που ήρθαν δεν ήσαν κομμουνιστές…

Aνάλογα έπαθαν οι αυλικοί, όταν ανακάλυψαν πως το σκοτάδι της συνωμοσίας είχε δύο πάτους: την δικτατορία που σχεδίαζαν με τους βασιλόφρονες στρατηγούς, τους την εσούφρωσαν οι συνταγματάρχες. Bρε ανιστόρητε, πόσα επιτυχημένα κινήματα έχουνε κάνει οι χορτάτοι στρατηγοί;

Θεωρητικές συζητήσεις ερασιτεχνών: Kίνημα ή επανάσταση; Mα βέβαια επανάσταση, κοινωνική, εάν συλλογιστείς πόσο η παραδοσιακή δεξιά έχασε τα αβγά και τα πασχάλια της ―μέχρι και την εφημερίδα της (εννοώ την Kαθημερινή) και τον ηλίθιο βασιλιά της.

Kάτι τέτοια σε κάναν να εύχεσαι την παραδειγματική εκτέλεση των επίορκων αξιωματικών, αλλά με τον όρο πως μαζί θα εκτελούσαν ―ποιοι, καλέ μου;― και τους μαλακισμένους φύλακες της ξεφτιλισμένης δημοκρατίας.

Kαι ακόμη δεν ξέρεις ποιος σοφίστηκε τον αισχρό νομικό συμβιβασμό του «στιγμιαίου» αδικήματος (διαρκείας επτά ετών!): ο Kαραμανλής ή ο Aβέρωφ;

Aς επιστρέψουμε σε ίσως αφανέστερες ταπεινώσεις.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις, Μεταφραστικό Εργαστήρι

Seamus Heany, «Ογδόντα χρόνια από τη γέννησή του» (εισαγωγή-μετάφραση-σχόλια: Κώστας Κουτσουρέλης)

Από το 1975 ώς το 1996, από τον Εουτζένιο Μοντάλε ώς τη Βισλάβα Συμπόρσκα, οι ποιητές που τιμήθηκαν με το Βραβείο Νομπέλ φτάνουν τους δέκα – σχεδόν ο ένας στους δύο που το έλαβαν. Από το 1997 έως σήμερα βραβεύθηκε ένας μόνο, κι αυτός Σουηδός, ο Τούμας Τρανστραίμερ. Το νούμερο δεν είναι τυχαίο. Μέσα σε λιγότερο από μια εικοσαετία, η ποίηση πράγματι ξέπεσε διεθνώς εντυπωσιακά. Από πρωτεύον λογοτεχνικό είδος έγινε ενασχόληση του περιθωρίου.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Αλεξάνδρα Σωτηράκογλου, «Ντίντι»

Ο μπαμπάς πάντα πίστευε πως είχε πολλά ταλέντα. Πέρα από το ταλέντο του στο κρασί, το μαγείρεμα, το ποδόσφαιρο και τον μπαξέ, κάποια στιγμή κατάλαβε ότι είχε ένα επιπλέον έμφυτο ταλέντο στο να εκπαιδεύει κυνηγόσκυλα. Η αλήθεια είναι πως είχαμε ένα καλόβολο Επανιέλ εφτά χρονών που του έκανε παρέα τις λίγες φορές που θα γυρνούσε στο σπίτι με μια μπεκάτσα ή ένα ορτύκι. Η μαμά πίστευε πως αυτές οι σπάνιες στιγμές δόξας του μπαμπά οφείλονταν περισσότερο στο φιλότιμο του σκύλου και λιγότερο στα κρυφά του ταλέντα. Ωστόσο αυτός απτόητος συνέχιζε να μιλάει και να περιγράφει στη δουλειά του τις τεχνικές που είχε ανακαλύψει πάνω στην εκπαίδευση.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Άγγελος Τερζάκης, «Απρίλης», εκδ. Εστία, 1946

Συχνά πυκνά, αντάμωνες στους δρόμους ανθρώπους ντυμένους ασυνήθιστα, σαν ορειβάτες ή κάτι τέτοιο, με παντελόνια γκολφ, ξεσκούφωτους, άλλους με μπερέ, τραγιάσκες, ένα τσιμπούκι βιδωμένο στ’ ακρόχειλο. Τους έβλεπες μια, τους έβλεπες δυο, όπου να γύριζες, σ’ όποιο δρόμο και να ’μπαινες. Ήταν οι ανταποκριτές των εφημερίδων. Ντυμένοι έτσι, μ’ αφροντισιά μελετημένη, δίνανε κάτι σαν ένα τόνο εκδρομικό, «σπορτίφ», στην επιστρατευμένη πολιτεία, μακρινό αντιφέγγισμα κοσμοπολιτισμού. Κάπου κάπου πρόβαινε και καμιά νοσοκόμα μεγαλοκυρά, με το άθιχτο μαβί της πέπλο, αστραφτερά κολλαρισμένα τα γιακαδάκια της και τα μανικέτια. Τότε η κοσμική κίνηση πέρσευε.

Οι ιταλικοί όλμοι ωστόσο, στο μέτωπο, είχαν αρχίσει να πελεκάνε συστηματικά τους φαντάρους. Οι περισσότερες λαβωματιές ήταν από όλμους, λοιπόν το στράτευμά τους είχε πάρει πολύ από κακό. Στο ταχτικό μας λουκουματζίδικο, ο Μελετίου, μπαίνοντας με την παρέα του ένα δειλινό, δε βρήκε τραπεζάκι αδειανό κι αναγκάστηκε να καθίσει αντίκρυ σ’ ένα άγνωστο φανταράκι, που απόσωνε ήσυχα και στοχαστικά τη μερίδα του.

– Επιτρέπεις, συνάδελφε;

Ο συνάδελφος, κοίταξε την παρέα των Αθηναίων μ’ απορία καλοκάγαθη· ήταν ίσως η πρώτη φορά που του γύρευαν την άδεια για κάτι.

– Καθίστε, έκανε σαστισμένα.

Ήταν ενθουσιώδη ς άνθρωπος ο Μελετίου, καλοπροαίρετος και καταδεχτικός. Άναψε τσιγάρο από τη φωτιά του αντικρινού του, παρατήρη­σε το δεξί του που είχε φασκιωμένα με γάζα πεντακάθαρη τα δάχτυλα. Η περιέργεια του Αθηναίου κεντρίστηκε. Έπιασε κουβέντα:

– Τραυματίας είσαι;

– Ναι… Μικροπράματα…

– Ήσουνα στο μέτωπο;

– Ήμουν.

Γύρισε τα μάτια του ο Μελετίου θριαμβευτικά και κοίταξε την παρέα.

«Τώρα θα σας δείξω ένα φαινόμενο!» έλεγε η ματιά. «Προσοχή! Ο άν­θρωπος που έρχεται από το μέτωπο».

– Λοιπόν συνάδελφε, για πες μας! Τι γίνεται κει πάνω;

Η ερώτηση ήταν εύκολη, η απάντηση δύσκολη. Για λίγες στιγμές ο τραυματίας βρέθηκε σ’ αμηχανία. Ήτανε χωριατάκος μικρόσωμος, α­στοιχείωτος. Μπορεί και να μην το είχε ποτέ του σκεφτεί πως θα ’πρεπε να μάθει να διηγιέται.

– Ε, τι να γίνεται… Πολεμάνε.

– Χμ! πολεμάνε βέβαια. Και οι Ιταλοί; Δρόμο, ε;

– Τι δρόμο;

– Να, το βάζουνε στα πόδια θέλω να πω.

Ο φανταράκος στάθηκε σκεφτικός.

– Ε, μεριές μεριές φεύγουνε κιόλας, είπε.

Όμως ο ζήλος του Μελετίου είχε ξυπνήσει τώρα για καλά. Δεν ήταν α­πό κείνους που αφήνουν εύκολα μιαν επιθυμία τους ανικανοποίητη.

Από δω τον έχει, από κει τον έχει το φανταράκο, τον κατάφερε κάτι να διηγηθεί. Κι ο φανταράκος διηγήθηκε κουτσά στραβά, με αδέξια συστο­λή, την ιστορία του τραυματισμού του.

            – Ώστε έτσι λοιπόν! Από όλμο! συμπέρανε ο Μελετίου με διάχυση αι­σθηματική.

– Από όλμο.

– Και στα δάχτυλα!

– Στα δάχτυλα.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Μάνος Χατζιδάκις, «Ελληνική ιστορία», περ. «Το Δέντρο», τχ.14, 1985

Στην πλαγιά ενός βουνού. Ένας οπλαρχηγός φωνάζει στον Αγά που ετοιμάζεται να φύγει.

– Αγά μου, θέλω να πολεμήσω για την ελευθερία της πατρίδος μου. Έλα να σκοτωθούμε…

– Δεν χρειάζεται, του απαντάει ήρεμα ο Αγάς.

– Δεν βλέπεις; ετοιμάζομαι να φύγω.

– Μα… επιμένει ο οπλαρχηγός. Αν δεν σε πολεμήσω, δεν θα νιώσω λεύτερος.

– Δεν σε καταλαβαίνω, λέει ο Αγάς. – Σου δίνω την ελευθερία σου, τι άλλο θέλεις;

– Δεν έχει σημασία αυτό που εσύ θα δώσεις. Μετράει αυτό που θα σου πάρω… – Για να ’σαι λεύτερος; απορεί ο Αγάς.

– Ναι. Για να νιώσω λεύτερος. Έλα να σε σκοτώσω… – Πρόσεξε, συνεχίζει ατάραχος ο Αγάς. Τι κι αν με πολεμήσεις, ή με σκοτώσεις. Πάλι δεν θα ’σαι λεύτερος. Και ξέρεις το γιατί;

– Γιατί; απορεί ο οπλαρχηγός.

– Γιατί δεν είσαι ελεύθερος από την ώρα που γεννήθηκες. Μπορείς αυτό να το καταλάβεις και να το νιώσεις;

Διαβάστε περισσότερα