Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Δημήτριος Μουζάκης, Προδημοσίευση από το υπό έκδοση έργο “Συστηματική Βιομυθολογία”

Halobates zephyrus

O Ζέφυρος ζούσε με την οικογένειά του, τους σεβάσμιους υδροβάτες που διαβιούν στην επιφάνεια της ανοιχτής θάλασσας, απολαμβάνοντας κάθε μέρα τον ήλιο και το νερό και προσπαθώντας να αποφύγει τις χελώνες και τα πουλιά που τον κυνηγούσαν. Ήταν χαρούμενος και ριψοκίνδυνος και η μαμά του πάντοτε φοβόταν μήπως μέσα στον ενθουσιασμό του κάνει κάποια ανοησία που θα του στοιχίσει ακριβά. «Όποιος δε φοβάται το Θεό, το πληρώνει ακριβά!» του έλεγε συχνά κουνώντας δηκτικά το μεγάλο της πόδι μπροστά στο κεφάλι του. Ο Ζέφυρος στιγμιαία ένιωθε άσχημα, όχι τόσο γιατί πίστευε ότι κινδύνευε, μα κυρίως γιατί προκαλούσε σύγχυση στη μαμά του, την οποία και υπεραγαπούσε. Ένα χάραμα γλυκό που ξεκίνησε κόκκινο όπως έλαμψε αποβραδίς και η πανσέληνος, ο Ζέφυρος έπαιζε το γνωστό παιχνίδι με τους θηρευτές του, φωνάζοντάς τους «εδώ είμαι, ελάτε να με πιάσετε!» και αποφεύγοντας τις επιθέσεις τους με εντυπωσιακά άλματα πάνω στο νερό. Μέσα σε λίγες στιγμές, όμως, τα πουλιά και οι χελώνες χάθηκαν και, λίγο μετά, λάμψεις συγκλόνισαν το τοπίο. Οι λάμψεις ακολουθήθηκαν από βροντές, οι βροντές από ισχυρή βροχή και η βροχή από ανέμους που έμοιαζαν να πνέουν από πνευμόνια οργισμένου Θεού. Ο Ζέφυρος παρασύρθηκε από τον αέρα, χτύπησε δυνατά σε κάποιον ύφαλο και στη συνέχεια έχασε τις αισθήσεις του. Όταν ξύπνησε, δε βρισκόταν πια ανοιχτά στη θάλασσα, μα πάνω στο σακίδιο ενός μπόμπιρα που μάζευε κοχύλια στην παραλία. Μετά τη συλλογή, ο μπόμπιρας πήγε στην εκκλησία κι ο Ζέφυρος, που ήταν ακόμη ζαλισμένος από την περιπέτειά του, άκουσε τον ιερέα να λέει ότι μόνον ο Υιός του Θεού μπορεί να περπατήσει στο νερό. Ανήκουστο! Αν, πράγματι, τούτος εδώ ο ιερέας είχε δίκιο, τότε ο Ζέφυρος ήταν ο Υιός του Θεού, κι όχι μόνον αυτός, αλλά και όλη του η οικογένεια που ζούσε ανοιχτά στη θάλασσα, βαδίζοντας κάθε μέρα πάνω στο νερό. Η σκέψη αυτή τον συντάραξε τόσο πολύ ώστε ο πανικός που είχε στο μεταξύ αρχίσει να κυριεύει το ταλαιπωρημένο σώμα του αντικαταστάθηκε από μια βαθιά παρηγορία. Ο Ζέφυρος έπρεπε να επιστρέψει πάση θυσία στον ωκεανό και να πει τα νέα σε όλη του την οικογένεια, πως σύμφωνα, δηλαδή, με τους ιερείς των ανθρώπων, όλοι οι θαλάσσιοι υδροβάτες είναι του Θεού Υιοί αφού μπορούν και βαδίζουν στο νερό. Με την ελπίδα του αυτή τινάχτηκε πάνω από το σακίδιο του μπόμπιρα στο πάτωμα, κι από κει με χάρη και αυτοπεποίθηση κατάφερε να φθάσει στην όμορφη παραλία. Δεν πήδησε, όμως, αμέσως πάνω στο νερό, ανέβηκε νωχελικά και αυτάρεσκα επάνω του, παρακολουθώντας τις απολήξεις των ποδιών του να το βαθουλώνουν, δημιουργώντας από κάτω σα μικρά μαγνητικά μαξιλάρια που το δίχως άλλο χαρακτηρίζουν το βάδισμα των θείων πλασμάτων. Και ξεχύθηκε στο νερό να προφτάσει να πει τα νέα στους δικούς του.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Αnnie Εrnaux, «Μια γυναίκα», εκδ. Μεταίχμιο, 2021

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ

`

Είναι ένα δύσκολο εγχείρημα. Για μένα, η μητέρα μου δεν έχει ιστορία. Ήταν ανέκαθεν εκεί. Όταν μιλάω γι’ αυτήν, η πρώτη μου παρόρμηση είναι να την «παγώσω» σε μια σειρά εικόνων άσχετων με τον χρόνο: «είχε βίαιο ταμπεραμέντο», «ήταν μια γυναίκα που τα έδινε όλα», και να φέρνω στη μνήμη μου ανάκατες σκηνές, όπου εκείνη ήταν παρούσα. Ξαναβρίσκω έτσι μονάχα τη γυναίκα του φαντασιακού μου, την ίδια που, τελευταία, εμφανίζεται στα όνειρά μου, ζωντανή και πάλι, ανέγγιχτη απ’ τον χρόνο, μέσα σε μια ατμόσφαιρα έντασης που θυμίζει ταινία θρίλερ. Θα ήθελα επίσης να αποδώσω την πραγματική γυναίκα, αυτήν που υπήρχε ανεξάρτητα από μένα, που γεννήθηκε στις παρυφές μιας νορμανδικής κωμόπολης και πέθανε στη γηριατρική πτέρυγα ενός νοσοκομείου στα περίχωρα του Παρισιού. Ό,τι πιο σωστό ελπίζω να γράψω έγκειται αναμφίβολα στη συναρμογή του οικογενειακού και του κοινωνικού, του μύθου και της ιστορίας. Το πόνημά μου μπορεί να θεωρηθεί ως ένα λογοτεχνικό τόλμημα εφόσον σκοπός του είναι να βρει την αλήθεια για τη μητέρα μου, μια αλήθεια που προσεγγίζεται μόνο με λέξεις. (Με άλλα λόγια, μήτε οι φωτογραφίες, μήτε οι αναμνήσεις, μήτε οι οικογενειακές μαρτυρίες μπορούν να μου προσφέρουν αυτή την αλήθεια.) Και, συνάμα, θα ήθελα να κρατήσω μια κάποια απόσταση από τη λογοτεχνία.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Παύλος Νιρβάνας, «Χριστός Ανέστη», περ. Νέα Ἐστία, 1937

Κάποτε – εδώ και πολλά χρόνια – που μου ΄τυχε να κάνω Ανάσταση σε κάποιο ορεινό χωριό της Ρούμελης, ένας γέρος χωριάτης, υψώνοντας τη λαμπριάτικη λαμπάδα του σαν χαιρετισμό προς τ’ αναστάσιμα άστρα, μου είπε σαν να μιλούσε με τον εαυτό του:
– Ημέρεψαν απόψε, παιδί μου, τα Ουράνια.
Στα δυο αυτά λόγια ο αθώος χωριάτης είχε κλείσει επιγραμματικά το βαθύτερο νόημα του χριστιανικού θαύματος˙ «ημέρεψαν τα Ουράνια». Ο ουρανός, χωρίς το μεγάλο χριστιανικό θαύμα, θα εξακολουθούσε να είναι για την περίφοβη ψυχή του απλοϊκού ανθρώπου, για κάθε ανθρώπινη ψυχή, το κατοικητήριο ενός Θεού τρομερού, δικαιοκριτή χωρίς επιείκεια και τιμωρού χωρίς έλεος. Τέτοιοι στάθηκαν οι θεοί όλων των θρησκειών. Κυβερνούσαν τα πλάσματά τους με τον τρόμο. Τύραννοι παντοδύναμοι, μακρυσμένοι απ’ το λαό τους, δεν είχαν γνωρίσει ποτέ τις αδυναμίες του, δεν είχαν πονέσει ποτέ τον πόνο του, δεν είχαν βασανιστεί ποτέ απ’ τα βάσανά του, δεν είχαν κλάψει ποτέ τα δάκρυά του. Ανίκανοι να συμπονέσουν, να λυπηθούν και να συγχωρέσουν. Πώς να μην είναι «άγρια», όπως τα ‘βλεπε το μάτι του φοβισμένου ανθρώπου, τα Ουράνια, τα κατοικημένα από τέτοιους θεούς;

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Λίτσα, Ψαραύτη, «Η εκδίκηση των μανιταριών», εκδ. Άγκυρα, 2009

Ιερώνυμος Μπος – Η εις Άδου κάθοδος

 

Μόλις το φανάρι γινόταν πράσινο και τ’ αυτοκίνητα χιμούσαν, το παιδί έτρεχε στον κάθετο δρόμο. Πλησίαζε το τζάμι του οδηγού με την πραμάτεια στα χέρια του, χαρτομάντιλα, σαπούνια, στιλό, η κυρία Δέσποινα δεν μπορούσε να διακρίνει τι πουλούσε το παιδί, η απόσταση από τη διασταύρωση των φαναριών ως το ισόγειο διαμέρισμά της ήταν αρκετή. Μερικοί οδηγοί άνοιγαν το παράθυρο και του ’διναν το κατιτί τους κι αμέσως έκλειναν το τζάμι βιαστικά για να γλιτώσουν από την ενοχλητική παρουσία του αγοριού παρά για ν’ αποφύγουν τη σιγανή βροχή που έπεφτε από το πρωί.

Το παιδί κοιτούσε λαίμαργα τις σακούλες των σούπερ μάρκετ στα πίσω καθίσματα, τα κουτιά με τα παιχνίδια, τα κόκκινα βελουδένια αβγά, τα σοκολατένια λαγουδάκια κι αυτό το βλέμμα προξενούσε αμηχανία και δυσαρέσκεια στους οδηγούς.

Μεγάλο Σάββατο, κρύο και βροχερό, κι η κυρία Δέσποινα ξεχνούσε τη μοναξιά της κοιτώντας την κίνηση του δρόμου. Το αγόρι ήταν καινούριο στην πιάτσα των φαναριών, ως χθες ζητιάνευαν τσιγγάνες με μωρά στην αγκαλιά. Ξανθούλικο και λιγνό, φορούσε μπλουζάκι καλοκαιρινό, Αλβανάκι θα ήταν σίγουρα, κοντά στα δώδεκα.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

«Διήγημα φοβερόν εκ του Γεροντικού», περ. Ἁγιορειτικὴ Βιβλιοθήκη, τ.χ. 2ον, 1962

Διηγήσατο ημίν ο Αββάς Παφνούτιος, ότι: όταν ήμην νεώτερος ησύχαζον πλησίον του Αββά Απολλώ· όταν ήλθεν η Κυριακή των Βαίων επήγον εις τον Γέροντα λίαν πρωΐ και ασπασάμενος αυτόν και ευλογηθείς, εκάθισα πλησίον του, και παρεκάλουν αυτόν, όπως δεχθή με να κατοικήσω μετ᾿ αυτού διότι καθ᾿ όλην την αγίαν Τεσσαρακαστήν μόνος μου κατοικών, πολύ επολεμήθην από τον δαίμονα της πορνείας, αλλ᾿ ο Γέρων δεν συγκατετίθετο.

Παραμείνας μέχρι της έκτης ώρας (μεσημβρίας) ως ανεχώρησα κατερχόμενος του Όρους, εις τον δρόμον συνήντησα τον υπηρέτην αυτού του Γέροντος, πηγαίνοντα εις αυτόν, κτυπώντα το πρόσωπόν του και μαδώντα τας τρίχας του γενείου του, και ιδόντος με παρεβιάσατο να επανέλθω εις τον Γέροντα· ως δε υπήγομεν, προσπεσών εδιηγήθη προς αυτόν λέγων· Περιπατούντες μετά του μικροτέρου αδελφού μου, επεράσαμεν από τον τάφον του Υπάτου, μη γνωρίζοντες ότι κανείς δεν ημπορεί να περάση την νύκτα από αυτόν τον δρόμον. Ενώ περιεπάτουμεν, εξ αίφνης φαντασία δαιμονική ελθούσα εκ του μνήματος, ήρπασέ μου τον αδελφόν. Ως ήκουσε τούτο ο Γέρων, βοήσας προς τον Θεόν είπε· Κύριε ο Θεός των Δυνάμεων, παρακαλώ σε βοήθησόν με. Και προσευχηθείς ο Γέρων, λαβών και εμέ μαζί του επηγαίνομεν.

Διαβάστε περισσότερα