Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Βασίλης Ραφαηλίδης, «Το διάβασμα, η ανάγνωση και ο περιπλανώμενος αναγνώστης», 1983

 

Αν από το αρχαιοελληνικό ρήμα “διαβιβάζω” διαγράψετε σαν πλεονάζουσα τη μεσαία συλλαβή “βι”, θα πάρετε το νεοελληνικό ρήμα “διαβάζω” που σημαίνει, ακριβώς, διαβιβάζω, δηλαδή μεταφέρω απ’ το ένα μέρος στο άλλο. Μ’ άλλα λόγια, το διάβασμα είναι μια πράξη μεταφοράς της γνώσης από εκείνον που την έχει στον άλλο που δεν την έχει και που θα επιθυμούσε να την αποχτήσει.

Κατά κάποιον τρόπο, όλοι εμείς οι αναγνώστες ανήκουμε στο… σώμα των Διαβιβάσεων, με μια διαφορά ωστόσο απ’ τους στρατιώτες διαβιβαστές: Η γνώση μας διαβιβάζεται από άλλους και η επικοινωνία σταματάει σε μας. Για να διαβιβάσουμε, με τη σειρά-μας, τη γνώση που αποκτήσαμε, μαζί με τις δικές-μας ενδεχομένως προσθήκες, πρέπει από αναγνώστες να γίνουμε συγγραφείς, καλλιτέχνες, ρήτορες, ή απλώς συζητητές.

Αυτό σημαίνει πως η διαδικασία του διαβάσματος που σταματάει στο διάβασμα χάνει το νόημά-της, δηλαδή δεν είναι πια διαβίβαση της γνώσης, αφού το μήνυμα ή η πληροφορία θα χαθεί μαζί με μας αν δεν φροντίσουμε να διαβιβαστεί εμπλουτισμένη σε άλλους.

Για να συμβεί ωστόσο κάτι τέτοιο, για να σταματήσει δηλαδή η διαδικασία μεταβίβασης της γνώσης απ’ τον ένα άνθρωπο στον άλλο, απ’ τη μια γενιά στην άλλη, απ’ τον ένα αιώνα στον άλλο, πρέπει να φανταστούμε έναν κόσμο στον οποίο, ενώ όλοι γνωρίζουν ανάγνωση, κανείς δε γνωρίζει γραφή. Και το σπουδαιότερο, κανείς δεν μπορεί να μιλήσει. Αν και υπάρχουν άνθρωποι που ούτε να γράψουν ούτε να μιλήσουν είναι σε θέση, ωστόσο ο πολιτισμός-μας στηρίζεται στην τεράστια πλειοψηφία εκείνων που μπορούν είτε να μιλήσουν, είτε να γράψουν, είτε να τα κάνουν και τα δυο.

Μ’ άλλα λόγια, η διαδικασία μεταβίβασης της γνώσης, που είναι το διάβασμα νοούμενο με μια έννοια διαλεκτική, απ’ τη στιγμή που άρχισε κάποτε δεν υπάρχει καμιά περίπτωση να διακοπεί, παρά μόνο με τον γενικό και ολικό αφανισμό του “χόμο παρλάριμπους”, πράγμα που δεν αναμένεται να συμβεί παρά μόνο στην περίπτωση ολικού αφανισμού του ανθρώπινου γένους ύστερα από ένα πυρηνικό ολοκαύτωμα.

Για την διαιώνιση της γνωστικής λειτουργίας φροντίζουν οι πάντες ακόμα και οι… αστυνομικοί, δηλαδή άνθρωποι ενταγμένοι σ’ ένα σώμα εξ ορισμού ακατάλληλο για διαβιβαστικές λειτουργίες διαφορετικές απ’ αυτές που έχουν σχέση με τη διαβίβαση διαταγών. Απόδειξη για τη φροντίδα της αστυνομίας για τη διαιώνιση της γνώσης αποτελεί και το γνωστό ανέκδοτο που “εξηγεί” γιατί οι χωροφύλακες πάνε δυο δυο στα περιπολικά: Διότι, λέει, ο ένας γνωρίζει ανάγνωση και ο άλλος γράφη!! Μ’ αυτόν τον ανεκδοτολογικό συνδυασμό, που δεν απέχει πάρα πάρα πολύ από μια πραγματικότητα που καθορίζει η στάθμη παιδείας του “αστυνομικού οργάνου”, η αστυνομία έλυσε με τον τρόπο-της το πρόβλημα της μεταβίβασης της “αστυνομικής γνώσης”, και το αστυνομικό μοντέλο του “διδύμου” θα μπορούσε να ισχύει επίσης και για πνευματικά ανάπηρους, που ωστόσο δεν είναι αστυνομικοί.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Κώστας Λυμπούρης, «Βοτσαλωτή», εκδ. Ροδακιό, 2019 (γράφει ο Χρήστος Μαυρής)

Το μεγαλείο της μικρης φόρμας!

 

Σκέψεις για την πεζογραφία του Κώστα Λυμπουρη, με την ευκαιρία της έκδοσης του καινούργιου βιβλίου του

 

 

`

Το πιο γνωστο, σύντομο, διήγημα που γράφτηκε ποτε, σε διεθνες επίπεδο, όπως διάβασα πρόσφατα στο λογοτεχνικο περιοδικο «Παρέμβαση», τεύχος 188-189. που εκδίδεται στην Κοζάνη, αποδίδεται στον Έρνεστ Χέμινγουέι και αποτελείται απο έξι μόνο λέξεις που είναι οι εξης: For sale: baby shoes, never worn. Που πάει να πει στα ελληνικα: «Προς πώληση: μωρουδιακα παπούτσια, αφόρητα», όπου στην ελληνικη γλώσσα οι λέξεις, όπως βλέπουμε, μειώνονται κατα μία και είναι μόνο πέντε!

Πέντε λέξεις που εκπέμπουν όμως ένα σοκαριστικο υπαινιγμο και προβάλλουν μία εικόνα έμπλεη απο μία απουσία ή μία απώλεια, εφόσον τα παπούτσια προορίζονταν για ένα βρέφος που δεν ήλθε ποτε στη ζωη.

Το δεύτερο πιο μικρο διήγημα, νομίζω, σε παγκόσμιο επίπεδο, αν δεν με ξεγελα η μνήμη-μου, πρέπει να το έχει γράψει ο Ελληνοκύπριος πεζογράφος Κώστας Λυμπουρης. Τιτλοφορείται «Το καροτσάκι», αποτελείται απο πέντε μόνο γραμμες και περιλαμβάνεται στο καινούργιο βιβλίο-του που φέρει τον μονολεκτικο τίτλο ΄΄Βοτσαλωτη΄΄, το οποίο περιέχει διηγήματα και εκδόθηκε στην Αθήνα, τον Σεπτέμβριο του 2019, απο τις εκδόσεις «Το ροδακιο».

Πρόκειται για ένα βιβλίο, πραγματικα κομψοτέχνημα, που εντυπωσιάζει με την εκτυπωτικη αρτιότητά-του, γεγονος που κατευθύνει, εν πρώτοις, τον αναγνώστη προς την ηδονη της τέρψης, γεγονος που διαρκει για μερικες μέρες, πριν αρχίσει την ανάγνωσή-του.

Αναδημοσιεύω αυτο το μικρο αλλα υπέροχο διήγημα του Κώστα Λυμπουρη για να διαπιστώσουν και οι αναγνώστες-μου τη εμπνευσμένη λογοτεχνία, και γενικα τη σπουδαία τέχνη, που μεταφέρει μέσα-του, παρόλο που όλα αυτα τα χαρίσματά, όπως είπα, περικλείονται σε πέντε μόνο μικρες αράδες! Γεγονος ασφαλως που ανεβάζει απο μόνο-του κατα πολυ τη σπουδαιότητά-του.

Το αναδημοσιεύω για να διαπιστώσουν, επιπλέον, οι αναγνώστες και το πόσο κοντα βρέθηκαν – τεχνοτροπικα, ψυχολογικα και υφολογικα, οι δύο συγγραφεις, σε ανύποπτο υποθέτω χρόνο, εφόσον και το διήγημα του Ελληνοκύπριου συγγραφέα σοκάρει με τον δυνατο υπαινιγμο-του, στηριζόμενο και αυτο, όπως διαπιστώνω, σε μία απουσία ή μία απώλεια, αφου το καροτσάκι προοριζόταν και αυτο για ένα βρέφος που δεν ήλθε ποτε στη ζωη!

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Τέλλος Άγρας, «Η ψυχολογία του μεταφραστού»

(Πρόλογος του μεταφραστή στην Εκλογή από το ποιητικό έργο του Jean Moréas, Αθήνα 1926)

1

Κανείς δεν θα κατεδίκαζε τις μεταφράσεις των ξένων εκλεκτών έργων –και προ πάντων τις μεταφράσεις ποιημάτων–, αν ήθελε να εμβαθύνει με συμπάθεια στην ψυχολογία που τις εμπνέει. Πρέπει βέβαια κανείς να είναι μάλλον αυστηρός, όταν ο πόθος του μεταφραστού δεν υπερβαίνει την απλή ματαιοδοξία ή την νεανική επίδειξη, ή όταν εκφράζει την θρασεία πρόθεση συγκρίσεως με το πρωτότυπο και τον δημιουργό του. Όπως κάθε άτοπη φιλοδοξία, μια μετάφραση έτσι καμωμένη είναι εντελώς ανάξια συμπαθείας.
Αλλ’ αυτό δεν συμβαίνει συχνά. Εκείνο που προ πάντων και συνηθέστερα ωθεί ακατάσχετα κ’ εξακολουθητικά κ’ επαναληπτικά προς τον πειρασμό της αποδόσεως ενός έργου σε μιαν άλλη γλώσσα –στη γλώσσα μας ας πούμε—, είναι κάτι σαν ο αόριστος πόθος μιας ανταποδόσεως, ή ακόμη περισσότερο, σαν ο αόριστος πόθος συνεργασίας με τον καλλιτέχνη του, που μας γοητεύει. Μόνον κάμνοντας μια μετάφραση, υπάρχει τρόπος να κατωρθώσωμε να συμμετάσχωμε, ταπεινά και φλογερά μαζί, στην αναπαραγωγή, στην αναδημιουργία ενός γοητευτικού έργου.

(…)(Από τις παραστάσεις και τις εντυπώσεις της φύσεως και τη μορφοποίησή τους προκύπτει το πρωτότυπο έργο)(…)

Αλλ’ οι ερεθισμοί μας προέρχονται ακόμη –κατά δεύτερον κατά σειράν λόγον,– και από τα έργα της Τέχνης. Αυτά μάλιστα είν’ έτοιμα, ρυθμισμένα, εκ των προτέρων κατειργασμένα, εύπεπτα, εύγευστα, αφομοιώσιμα χωρίς κόπον. Αυτά είναι καμωμένα πλέον, μιλούν στην γλώσσα των εννοιών μας, έχουν ήδη σχηματοποιηθή σύμφωνα με το νοητικό μας πλαίσιο και τους πνευματικούς μας νόμους· δεν χρειάζεται λοιπόν γι’ αυτά καμμιά επί πλέον κατεργασία: άμεσα και κατ’ ευθείαν, εισδύουν σφοδρά κ’ ελεύθερα μέσα στην ψυχή. Ο πόθος της αμίλλης δεν αργεί και εδώ πάλι ν’ αναπτυχθεί και να οδηγήσει στην ανταπόδοση του καλλιτεχνικού έργου με τον τρόπο της μεταφράσεώς του.
Απομίμηση λοιπόν, ομοίωμα της φύσεως, είναι η δημιουργία· και η μετάφραση ομοίωμα κι’ απομίμηση της τέχνης.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Aγαθοκλής Αζέλης, Σκέψεις για το βιβλίο του Κώστα Κουτσουρέλη “Η τέχνη που αυτοκτονεί”

Ένα πολύ σημαντικό βιβλίο πήρε τη θέση του στα βιβλιοπωλεία και, ευελπιστεί κανείς, στη λίστα αναμονής προς ανάγνωση των φίλων της ποίησης και του στοχασμού. Πρόκειται για το δοκίμιο του Κώστα Κουτσουρέλη Η τέχνη που αυτοκτονεί: Για το αδιέξοδο της ποίησης του καιρού μας. Είναι σημαντικό για πολλούς λόγους. Καταρχάς ο συγγραφέας του είναι μια πολυσχιδής προσωπικότητα των γραμμάτων και υπηρετεί πολλά είδη λόγου. Είναι πολυμαθής, όπως διαπιστώνεται από το έργο του, κινούμενος με άνεση και καλύπτοντας μεγάλες αποστάσεις στον γεωγραφικό και χρονικό άξονα της τέχνης, του στοχασμού και της κριτικής, συνταιριάζοντας μάλιστα τον επιστημονικό ορθολογισμό με την ποιητική τέχνη. Διαθέτει γερμανική επιστημονική σκευή και γλωσσομάθεια, ενώ δεν διέπεται από ελληνοκεντρική ομφαλοσκόπηση στις αναλύσεις του. Πληροί δηλαδή τις προϋποθέσεις για να μπορέσει να αναμετρηθεί με ένα μεγάλο θέμα, σε επίπεδο αντικειμένου, περιεχομένου και μορφής. Επιπλέον γράφει ένα κριτικό δοκίμιο για την ποίηση όντας ο ίδιος ποιητής και μεταφραστής, ενώ συνθέτει ποίηση έχοντας τη θεωρητική σκευή και την κριτική (και επομένως αυτοκριτική) ματιά. Τέλος, επίσης σημαντικό, κρίνει, συγγράφει μια πολεμική, όπως τη γνωρίζουμε στην γερμανική παράδοση με χαρακτηριστικό της εκπρόσωπο τον Marcel Reich-Ranicki, με αφετηρία την αγάπη για την τέχνη της ποίησης. Αποδομεί, συνάμα όμως αντιπροτείνει.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Eugenio Montale, «Ας μιλήσουμε για τον ερμητισμό» (μετφρ.: Νίκος Αλιφέρης)

Δεν επεδίωξα ποτέ να γίνω δυσνόητος και ως εκ τούτου δεν νοιώθω ιδιαίτερα κατάλληλος να σας μιλήσω για τον υποτιθέμενο ιταλικό ερμητισμό, η ύπαρξη του οποίου προϋποθέτει την παρουσία στη χώρα μας – πράγμα για το οποίο πολύ αμφιβάλλω – μιας ομάδας συγγραφέων που συστηματικά θέτουν ως στόχο τους την κατάργηση της επικοινωνίας ανάμεσα στο δημιουργό και το κοινό. Θα προσπαθήσω ωστόσο να δώσω μια σύντομη απάντηση στα ζητήματα που εγείρουν οι ερωτήσεις σας. Αν αφήσουμε κατά μέρος την αξιοπρόσεκτη τάση των κριτικών προς τον δυσνόητο λόγο, πρόκειται στην καλύτερη περίπτωση για εκκολαπτόμενους ποιητές, οι οποίοι συνεργάζονται ή και μετέχουν σε μια ποιητική σχολή που γεννιέται ή θα μπορούσε να γεννηθεί ανεξάρτητα ίσως από τη συνεργασία τούτη. Κι ας παραλείψουμε επίσης τις συμπάθειες προς τον υπερρεαλισμό που εμφανίζονται εδώ κι εκεί στα γραπτά των νέων: καρπό του μιμητισμού είτε μιας εκλεκτικής συγγένειας που πάντως δεν έχει δώσει μέχρι στιγμής τίποτε το αξιόλογο.

Αν τούτα καταλήξουν όντως σε κάτι, θα σφάλει όποιος προσπαθήσει να το κατανοήσει συγχέοντας τα πνευματιστικά[1] αυτά δημιουργήματα με τα έργα τέχνης, όπως συνήθως τα εννοούμε. Ας περιοριστούμε λοιπόν στην ποίηση εκείνη που δεν γίνεται μεν κατανοητή κι ωστόσο επιζητά ολοφάνερα να κατανοηθεί, με άλλα λόγια να κριθεί σύμφωνα με τα κριτήρια των έργων τέχνης, των έργων πραγματικής επικοινωνίας. Και μέχρι να μπορέσει αύριο να γίνει κατανοητή, ας φροντίσουμε σήμερα, δίχως να δυσανασχετούμε, να αντιληφθούμε την αιτία του φαινομένου. Φαινόμενο το οποίο σχετίζεται άμεσα με την πορεία εκείνη της απελευθέρωσης, με την κατορθωμένη αυτονομία του καλλιτεχνικού γεγονότος που οι συγγραφείς των πραγματειών περί αισθητικής γνωρίζουν καλά και πρόσφατα μάλιστα υπήρξε το θέμα ενός γερά τεκμηριωμένου βιβλίου του Αντέσκι[2]. Η ποίηση, για να περιοριστούμε σε αυτή, αναζήτησε τον ίδιο της τον εαυτό, τους νόμους της «καθαρότητάς» της, και μερικές φορές έφτασε μέχρι το σημείο να αντλήσει την ίδια την έμπνευσή της από την αυτοσυνειδησία τούτη. Ας ακολουθήσουμε, προκειμένου να διαφωτιστούμε, ένα ορισμένο νήμα σκέψεων μόνο και μόνο για να βρούμε ένα δρόμο (τα νήματα είναι βέβαια πάμπολλα).

Είναι γνωστή η αντίληψη – που ο Πόου[3] τη δανείστηκε από τον Κόλεριτζ – σύμφωνα με την οποία αποδεκτό και νόμιμο είναι μόνον το μικρό ποίημα· επειδή ακριβώς δεν γινόταν δεκτή μια αισθητική απόλαυση ή συγκίνηση μεγάλης διάρκειας. Για μια τέτοια θεωρία ένα εκτενές ποίημα δεν είναι παρά μια συγγραφή μικρών ποιημάτων, που η συνοχή τους είναι μάλλον πλαστή κι επιφανειακή. Αντίληψη στην οποία αντιτάχθηκε ( σε πιο πρόσφατη εποχή ) πώς η ηθικο-ψυχολογική ενότητα ενός εκτενούς ποιήματος είναι δυνατόν να δημιουργήσει έναν γενικό τόνο που συνενώνει με πολύ συγκεκριμένο τρόπο τα σκόρπια μέλη ενός ποιήματος. Η απάντηση δεν είναι αναντίλεκτη ( διαισθάνεται τι θα μπορούσε να αντιτάξει ένας Πόου, ένας Κρότσε, ένας Βαλερύ και μέχρι κι ένας… Λεοπάρντι )· ας αφήσουμε όμως προς το παρόν το ζήτημα αυτό κατά μέρος.

Διαβάστε περισσότερα