Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αφίξεις

Αφίξεις

Αφίξεις

«Νίκος Καββαδίας- Ο Αρμενιστής Ποιητής», (εισαγωγή-έρευνα-κείμενα: Μιχάλης Γελασάκης), εκδ. Άγρα, 2018

«Συνεντεύξεις/ Αλληλογραφία/ Ανέκδοτο και άγνωστο έργο/ Μαρτυρίες / Ο Ναυτικός Φάκελος / Τα καράβια»

 

*

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΚΑΒΒΑΔΙΑ (Απόσπασμα από το Βιβλίο)

 

Είναι από τις πιο μεγάλες και μάλλον η σημαντικότερη. Έγινε τρείς ημέρες πριν το θάνατό του στο σπίτι του στο Κολωνάκι (Δεξαμενή) από τη Φλέρρυ Κούβελα – Τασσιάκου, αλλά δημοσιεύτηκε περίπου τρία χρόνια αργότερα στο περιοδικό Γυναίκα (τχ.736, 11.4.1978, σ. 38-42). Είχε τίτλο: «Νίκος Καββαδίας: Ο αρμενιστής φιλόσοφος» και είναι η τελευταία του συνέντευξη. Τη φράση «αρμενιστής φιλόσοφος» τη χρησιμοποιεί ο ίδιος που δείχνει να βρίσκεται σε στιγμή βαθιάς περισυλλογής και θλίψης ετοιμάζοντας το «Τραβέρσο», που δεν πρόλαβε να δει τυπωμένο. Τη μέρα που γίνεται η συνέντευξη θα γράψει το τελευταίο του ποίημα «Πικρία» (Τραβέρσο):

[…] Γέρο, σοῦ πρέπει μοναχὰ τὸ σίδερο στὰ πόδια,

δύο μέτρα καραβόπανο, καὶ ἀριστερὰ τιμόνι.

 

Μιλάει για τις γυναίκες, τα ταξίδια, το θάνατο αλλά και τα τατουάζ του:
«Όταν πεθάνω θέλω αυτές οι ζωγραφιές να μην σαπίσουν, να γίνουν αμπαζούρ, να φωτίζουν τα όνειρα των στερημένων».

 

Στην, αρκετά λογοτεχνική, προσέγγιση της δημοσιογράφου είναι εμφανής η προσωπική σχέση με τον ποιητή: «Κι αύριο. Κόλλια μου, μαζί θάμαστε… τι σούρθε τώρα…». Για τη γυναίκα που έκανε τη συνέντευξη δεν βρέθηκαν περισσότερα στοιχεία, γεγονός που αυξάνει τις πιθανότητες να πρόκειται για κάποιο ψευδώνυμο. Είναι η πρώτη και η τελευταία φορά που εμφανίζεται σε συνέντευξη τόσο σκοτεινός και πεσιμιστής, αλλά και τόσο εξομολογητικός μιλώντας σε πιο προσωπικό τόνο. Δημοσιεύτηκε με δύο ανέκδοτες φωτογραφίες του. Μία μπροστά στην πλώρη του “Apollonia” και μία όρθιος μπροστά στον ασύρματο.

 

***

 

ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ: Ο ΑΡΜΕΝΙΣΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΜΑΡΚΟΝΙΣΤΑ ΠΟΙΗΤΗ, ΤΟΝ ΑΕΝΑΟ ΕΡΑΣΤΗ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ, ΓΙΑ ΤΑ ΤΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ. Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΤΟΥ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ”

 

Στα 65 χρόνια της ζωής του, ο Νίκος Καββαδίας, μας έδωσε μόνο δύο ποιητικές συλλογές και ένα πεζό. Κι όμως, παρ’ όλο που το συγγραφικό του έργο δεν είναι μεγάλο ποσοτικά, αγαπήθηκε πολύ από τα νιάτα της γενιάς του, της προπολεμικής γενιάς και της δικής μας. Συνθέτες και τραγουδιστές, όπως ο Γιάννης Σπανός και η Μαρίζα Κωχ, έκαναν τους στίχους του τραγούδια με μεγάλη απήχηση και το κράτος θέσπισε λογοτεχνικό διαγωνισμό στ’ όνομά του, για να τον τιμήσει και να τονώσει το ενδιαφέρον των θαλασσινών, για την ποίηση και τη λογοτεχνία.

Την αιτία της μεγάλης επιτυχίας του Νίκου Καββαδία, πρέπει να την αναζητήσουμε στο γράψιμό του, το γεμάτο εξαίσιες αφηγηματικές χάρες. Στα πρωτότυπα θέματά του, ιδωμένα από μία οπτική γωνιά άγνωστη σε μας και δοσμένα με ειλικρίνεια, που αγγίζει τα όρια του σαδιστικού ρεαλισμού.

«… η λεγάμενη βούλωνε την τρύπα του μπιντέ, το γέμιζε πάγο κι απίθωνε τα σταφύλια. Ο πάγος έλυωνε και τα τρώγαμε κρύα…»

 

Όσα περιγράφει, τα έχει ζήσει πριν ο ίδιος ή τα έχει παρακολουθήσει να διαδραματίζονται γύρω του. Είναι η ζωή ζυμωμένη με ιδρώτα, αλάτι και αβάσταχτη στέρηση. Η ζωή του ναυτικού.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Μανώλης Ρασούλης, «Μεγάλος ήρωας σε μικρή χαρτοσακούλα», εκδ. Μετρονόμος, 2018 (+ Πρόσκληση παρουσίασης βιβλίου)

Ο ΤΡΙΤΟΣ  (Απόσπασμα)

 

 

ΕΝΑΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΠΑΡΑ να ’ναι καλός άνθρωπος. Η καρδιά του να ’ναι γεμάτη αγάπη για το σύμπαν. Κ’ η πιο άσκημη δημιουργία της φύσης δε γίνεται παρά να του προκαλεί το θαυμασμό, το δέος και τη λατρεία. Μπροστά στο φάσμα κάθε ζωντανού όντος που είναι καμωμένο από κινούμενη ύλη δε γίνεται παρά να γονατίζει κι αν όχι να δακρύζει, να μένει σιωπηλός. Η φύση όμως δεν είναι και τόσο ήσυχη. Οι υπάρξεις της αλληλοσπαράσσονται σα να υπάρχει προαιώνιο μίσος. Μια λυσσαλέα κι ασταμάτητη βεντέτα διαιωνίζεται, ανελέητος σπαραγμός προς υγείαν των φυσικών νόμων που σαν καίσαρες παρακολουθούν άγρυπνα μέσα σε τούτο το κολοσσιαίο των μονομάχων το «ο θάνατός σου η ζωή μου». Και ποιος ο λόγος ν’ αγαπάει κάποιος μιαν ωραία πεταλούδα πιότερο από έναν άσκημο κι αλλήθωρο ρινόκερω; Η αγάπη για να ’ναι αγάπη δεν πρέπει να υποκύπτει μονάχα σε μια κάποια αισθητική, τυλιγμένη στο κουκούλι μιας κάποιας ηθικής. Η αγάπη δεν μπορεί παρά ν’ αγαπάει και τους νόμους που διαιτητεύουν την ισορροπία του στερεώματος. Αν και η αγάπη στο βάθος είναι συμφεροντολόγα. Λειτουργεί σύμφωνα με το συμφέρον της. Είχαμε πολλά τέτοια διλήμματα μέσα στην ιστορία του ανθρώπινου γένους. Να, ο Οθέλος σκότωσε την αγαπημένη του από την παράφορη αγάπη του. Αγάπη όμως που μέσα στην έντασή της πέρασε σε μια άλλη ποιότητα, στο μίσος.

Η αγάπη λοιπόν δεν μπορεί να ’ναι καθάρια όπως το νερό της πηγής. Μέσα της κρύβει άλλες δυνάμεις που σε μια στιγμή εξουδετερώνουν την ουσία της. Όμως επιμένω σ’ αυτό: στη ζυγαριά της αγάπης ένας δεινόσαυρος και ένα ζουζούνι έχουν το ίδιο βάρος.

Θα μου πείτε, αυτές είναι σαχλές αφηρημενολογίες περί αέρων και υδάτων. Μα ας τα κάνομε πιο λιανά, πιο συγκεκριμένα. Ο ποιητής Μπαλζάκ, ζώντας τη φωτιά και το σίδερο της Γαλλικής Επανάστασης, αντικαθρέφτισε όσο πιο πιστά κ’ ειλικρινά γινόταν την κοσμογονική γέννα με την απεριόριστη αγάπη του για την ανθρώπινη κοινωνία. Παρόμοια κ’ η αγάπη, όχι εκείνη που αναφέρουν τα χριστιανικά βιβλία του Θεού προς τον άνθρωπο, μα της μάνας προς το παιδί της. Μα κι αυτή η αγάπη, σύμφωνα με τη διαίσθησή μου, έχει ξεφτίσει, μπαγιατέψει. Πρέπει λοιπόν να δώσωμε καινούργιο αίμα, καινούργιο όνομα κ’ υπόσταση σ’ αυτό που μέχρι τώρα αναχαράζομε. Είναι το πιο δύσκολο πράμα στον κόσμο. Είναι λοιπόν δυνατό σ’ έναν ποιητή, όχι λογοτέχνη μα ποιητή, να διατηρεί στην καρδιά του ένα ντεπόζιτο καθαρής αγάπης προς όλα τα φαινόμενα της ζωής, υλικά είναι ή πνευματικά; Το νερό της αγάπης όσο καθάριο και διάφανο κι άγιο να ’ναι κάποτε γεννά κάτι ζωικές ουσίες που μεγαλώνουν, πρασινίζουν, γίνονται μούχλα, φύκια ή και βατράχια. Μα αν πάλι αφήσει κανείς τα αισθήματά του να τρέξουν όπως τα σπρώχνει ο νόμος των υγρών και αερίων κατά την καλπάζουσα ροή της κίνησης, τότε λικβιντάρεται κάθε στέρεο στοιχείο της λογικής του και γίνεται έρμαιο. Κι ο ποιητής δεν πρέπει να ’ναι έρμαιο, μα άνθρωπος.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Ανδρέας Γεωργαλλίδης, «ελάχιστα περισσότερο άδειο / barely more empty », (μετφρ. στα αγγλικά: Άγγελος Ευαγγέλου), εκδ.Ίαμβος, 2018 [+ ρεπορτάζ από την παρουσίαση]

Από την Εισαγωγή του βιβλίου 

 

Αυτό το βιβλίο αποτελείται από μετρημένες λέξεις, οι οποίες δεν κατόρθωσαν να συναντηθούν σε στίχους ενός ποιήματος, στίχους που να μιλούν αληθινά για τον εαυτό τους. Συνεπώς, οι αντι-στίχοι του βιβλίου αυτού, δεν φιλοδοξούν την κατανόησή τους και δεν διεκδικούν καμιά φιλοξενία στον χώρο του νοήματος. Αφού λοιπόν ο αναγνώστης αναγνωρίσει αυτήν την ανυποχώρητη ιδιαιτερότητα, είναι δυνατό να υποψιαστεί πως μπορεί να δραπετεύσει αμετανόητα από εκείνο το άπειρο δάσος των θολών σκιών του Είναι.

 

Ξαναστέκομαι για λίγο. έξω από τη σιωπή μου, για να σιωπήσω πολύ …

 

 

Αποσπάσματα – αντι-στίχοι από το βιβλίο

 

ξανάρχομαι ελάχιστα λίγο, φορώντας κατάσαρκα.

την ιδιότητα του ξένου

 

[…]

 

λίγο αδιατίμητο χάος.

ένα οικόπεδο στον αέρα να καίγεται ανάποδα

 

[…]

 

στον χώρο των αφαιρέσεων αυτοπροαφαιρούμαι –

ψαράς μιας στεγνής θάλασσας.

ξανασκάβω το καθαρό νερό

 

[…]

 

υπό ανέγερση η ιδέα μιας αλήθειας – ύστερα.

τέλος να μην υπάρχει, ένα εσύ

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

«Ανθολογία Κυπριακής Ποίησης, 1960-2018» (ανθολόγηση- επιμέλεια- εισαγωγή: Γιώργος Χριστοδουλίδης- Παναγιώτης Νικολαϊδης), εκδ. Κύμα, 2018

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Αποτελεί κοινό τόπο ότι η Κύπρος, γνωστή και ως “νήσος των ποιητών και των αγίων”, διαθέτει μια πλούσια ποιητική παράδοση, η οποία, όμως, δεν έχει ακόμη βρει την ανταπόκριση και αναγνώριση που αξίζει στον ευρύτερο ελληνικό χώρο. Λαμβάνοντας, λοιπόν, τούτο υπόψη, η ανά χείρας ανθολογία έχει ως κύριο στόχο να αναδείξει τον χαρακτήρα και την αισθητική ποιότητά της κυπριακή ποίησης, προβάλλοντας δείγματα τόσο από τα ήδη αναγνωρισμένα επιτεύγματα όσο και σημαίνουσες ψηφίδες από πιο σύγχρονες εκφραστικές μορφές εξέλιξής της, δημιουργώντας έτσι μια νεόδμητη γέφυρα επικοινωνίας με το ελληνικό αναγνωστικό κοινό, αλλά και με τον ευρύτερο κορμό της ελληνικής λογοτεχνίας.

Ο πιο πάνω οραματισμός ενέπνευσε και κινητοποίησε, πρώτα τον ποιητή-εκδότη Γιώργο Δάγλα και ακολούθως τους ανθολόγους, να επιχειρήσουν και, εν τέλει, να  υλοποιήσουν το εγχείρημα της συγκέντρωσης του ποιητικού απανθίσματος που έχετε ενώπιον σας. Και με αυτό τον τρόπο φιλοδοξούμε ότι η ανθολογία θα αποτελέσει έναυσμα ώστε να ανανεωθεί το ενδιαφέρον για την ποίηση που παράγεται στο νησί, η οποία ενώ στις καλύτερες της στιγμές δείχνει επαρκώς εξοπλισμένη να αναμετρηθεί με το διηνεκές του χρόνου, παραμένει ακόμη σε σημαντικό βαθμό αδικαίωτη κι αχειροκρότητη σ’ αυτή τη μακρινή γωνιά, όπως εύστοχα έχει διατυπώσει ο σημαντικότερος ποιητής της νεότερης κυπριακής ποίησης, Κώστας Μόντης.

Η παρούσα ανθολογία συμπυκνώνει κοπιώδεις προσπάθειες να επιτευχθεί μια όσο το δυνατόν ευρύτερη αλλά και προσεκτική παράθεση των πιο αξιόλογων φωνών των εν ζωή Κύπριων ποιητών, αρχής γενομένης από τη γενιά της Ανεξαρτησίας μέχρι τις μέρες μας. Αυτή τουλάχιστον ήταν η αποκλειστική φροντίδα και το ειλικρινές μέλημα των ανθολόγων της.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Μιχάλης Κατσαρός, «Μείζονα Ποιητικά», εκδ. Τόπος, 2018

Έφοδος

Δέσαμε την καρδιά μας στο οδόφραγμα.

Κι η σιωπή της νύχτας λαγοκοιμότανε.

Μετρήσαμε τα δένδρα τ’ ασάλευτα στην ατέλειωτη λεωφόρο.

Κι άχνιζεν η ανάσα μας προσμένοντας έσταζε το μολύβι απ’ την καρδιά μας κι ακούγαμε τελεύοντας τον ήχο του στην άσφαλτο.

Κι όπου τα ξημερώματα λύθηκαν τ’ αγριοπούλια που προσμένανε το μήνυμα της έφοδος.

Χτύπησαν τις φτερούγες αλαλάζοντας στη φωτεινή γραμμή χωρίς θάνατο Πήρανε την κορφή τ’ Ολύμπου την ασάλευτη και παίξανε στη μάχη το τραγούδι.

Και προσπεράσαμε τα πεθαμένα δέντρα που δεν έγνεφαν

Και προσπεράσαμε τα μολυβένια στρατιωτάκια π’ απορήσανε για τον άνεμο.

Έσκαζε ο ήλιος στήνοντας το λάβαρό μας δύο τετράγωνα πιο μπρος από τα χτες

 

 

*

Με το λάβαρό σου

Με το λάβαρό σου το κοντάρι σπασμένο προσπαθείς ν’ ανεβείς τα σκαλιά.

Τα πλήθη κάτω– κάτω από σε λουφασμένα στον ίσκιο ή καθισμένα αδιάφορα σε μια πέτρα σκύβουν όλο και σκύβουν

κι άξαφνα ανάβουν οι πυρκαγιές –η δικιά σου φωτιά

του ανθρώπου με το γαρίφαλο και του άλλου.

Κι άξαφνα ακούγεται μια φωνή

κι ύστερα πάλι σωπαίνουν

κι εσύ στα σκαλιά εσύ τη σημαία κυματίζεις για λίγο.

Μετά περνάνε καμιόνια αυτοκίνητα, υπηρεσιακά έγγραφα, πυροβολικό, στρατιώτες,

περνάνε εργάτες που έχασαν το σαββατόβραδο κι άλλα σπουδαία.

Σε περιμένω.

Διαβάστε περισσότερα