Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αφίξεις

Αφίξεις

Αφίξεις

Αντρέας Τσιάκος, «Αίμα δανεικό», εκδ. Χαραμάδα, 2021

ΤΟ ΞΥΛΟ ΠΟΥ ΣΕ ΣΤΑΥΡΩΣΕ

 

Αλφαβητάριε

βγήκες από την ιεροσύνη

ράβοντας τα πρώτα λόγια

των Ευαγγελιστών

σταυροβελονιά

κβαντικός ψαλμός επουράνιος

έθος αθόρυβος

Εσύ

προπορευόμενη ποίηση

κύηση προφητευμένη

βρυσούλα ξενιτιάς

στην πλατεία του χρόνου

Εσύ

την καρποφόρα σου ερημία

έρημος αίρομαι

πελεκητής αγράμματος

στον κήπο των Ελαιών

πούλησα τα ξύλα μου

ύλη την ύλη ν’ αποκτήσω

μετράω

πόσα να ’ναι;

όσα να ’ναι

Ωσαννά.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Aντώνης Μπαλασόπουλος, «Λευκό στο Λευκό», εκδ. Ενύπνιο, 2021

VIII. Κατά τους εαρινούς μήνες
`
Στο εικοστό του έτος έπνιξε τον μήνα Φεβρουάριο
στον ύπνο του. Σήμανε την ώρα
του ασθενούς μηδέν, την ώρα του μειωμένου
φωτός, την ώρα της χλεύης
των πουλιών έξω απ’ το παράθυρο.
Η Άνοιξη έσκαψε
με χλοερά νύχια τους τάφους όπου ενέδρευε
η γλώσσα:
Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε
και έσφιγγε ο κλοιός των τοίχων
ἔπειτα ἐξ αὐτῶν πταρμὸς καὶ βράγχος ἐπεγίγνετο
και εντεινόταν εν τη απουσία μας
η φεγγοβολιά των άστρων
Όποιος πεθάνη σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει
και μετανάστευε στο αίμα μας η δική του Ιταλία
καὶ ἐν οὐ πολλῷ χρόνῳ κατέβαινεν
ἐς τὰ στήθη ὁ πόνος μετὰ βηχὸς ἰσχυροῦ
και βοούσε στ’ αυτί μας η ηχώ
απ’ τη φιδότρυπα του χρόνου.
Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός, γεννώντας
μεταφράσεις ραγδαία εξαπλώσιμες
σμίγοντας γενιές ανώνυμων οστών στη νήσο Χαρτ,
τὸν ᾽Αγρὸν τοῦ Κεραμέως εἰς ταφὴν τοῖς ξένοις.
Πώς χωρά τόσος θάνατος σ’ ένα μίλι χώμα;
Τώρα μπορούσα επιτέλους να γράψω,
πουθενά, πουθενά,
με τα ρωμαλέα φτερά της απόστασης, με το μαύρο πέπλο
πάνω στον παραλήπτη, με το ταχυδρομείο κλειστό,
με την απρόσμενη αύξηση του ρυθμού γεννήσεων
των ερωτηματικών
με τον εναλλασσόμενο ορίζοντα
όπου υπάρχω και δεν υπάρχω πια
με το μέλλον να ’χει μακρύνει τόσο
που δεν ξέρω αν έρχεται ή φεύγει
με τον υπερκαινοφανή αστέρα του παρελθόντος
υπό το βίαιο κράτος της βαρύτητάς του,
με την ασίγαστη έρημο, με το άσθμα
του απερίγραπτου.
Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Ηρώ Σκάρου, «Η ζωή όπως είναι», εκδ. Κέδρος, 2020

Η ζωή όπως είναι

Ήταν η τελευταία μέρα του Σάββα στην πόλη. Είχε δει όλους τους πελάτες της εταιρίας και προσέγγισε αρκετούς καινούργιους. Γυρνώντας στο ξενοδοχείο, προσπαθούσε ν’ αποφασίσει αν θα σταματούσε να πάρει μερικά σουβλάκια ή κανένα μπέργκερ. Τα δύο προηγούμενα βράδια είχε ψωνίσει από τα ταχυφαγεία της περιοχής και τα είχε βρει ικανοποιητικά. Ή έστω πιο ικανοποιητικά από αυτά της προηγούμενης πόλης που είχε επισκεφθεί. Σε εστιατόρια δεν πηγαίνει. Για λόγους οικονομίας, λέει. Είναι αλήθεια ότι ο μισθός του έχει μειωθεί και με τη διατροφή που δίνει κάθε μήνα για την κόρη του δεν του μένουν πολλά. Είναι όμως αλήθεια κι ότι τόσα χρόνια που κάνει αυτή τη δουλειά δεν έχει συνηθίσει να τρώει έξω μόνος. Δεν του ακούγεται ωραίο να ζητάει τραπέζι για έναν, δεν του αρέσουν τα βλέμματα των διπλανών. Αλλά εκείνο το βράδυ το στομάχι του δεν ήθελε πρόχειρο φαγητό• τον ενοχλούσε λίγο περισσότερο από ό,τι συνήθως. Έτσι, σκέφτηκε να πάρει κάτι μαγειρευτό για έξω από καμιά ταβέρνα. Είχε δει μία κοντά στο ξενοδοχείο του. Την είχε προσέξει από την πρώτη μέρα. Ή, μάλλον, δεν την είχε προσέξει. Δεν είχε φώτα, ούτε καν ταμπέλα. Σαν παλιά μονοκατοικία έμοιαζε, με κουρτίνες στα παράθυρα, που έκρυβαν το εσωτερικό της. Είχε ακούσει ένα καμπανάκι να ηχεί καθώς η πόρτα άνοιγε κι ένα ζευγάρι έβγαινε έξω. Την ίδια στιγμή του ήρθε μυρωδιά από κοκκινιστό και, μέχρι η πόρτα να ξανακλείσει, ο Σάββας πρόλαβε να δει απ’ το άνοιγμα έναν σερβιτόρο να ισορροπεί στην παλάμη του το πιάτο με το αγαπημένο του φαγητό. Ένα μοσχαράκι με κόκκινη σάλτσα, αυτό θα ήθελε τώρα. Μόλις μπήκε στην ταβέρνα κοίταξε τριγύρω για την κουζίνα. Την εντόπισε και κινήθηκε προς τα κει, αλλά οι φωνές που ακούγονταν από μέσα τον σταμάτησαν. Κάποιος έδινε δικαιολογίες για
ένα λάθος. Κάποιος άλλος δεν τις δεχόταν. Ο Σάββας ήταν έτοιμος να φύγει, όταν ένας σερβιτόρος βγήκε βιαστικά από μέσα. Σχεδόν έπεσε πάνω του.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Στράτος Φουντούλης, «Σημειωματάριο βαρύτητας»- πεζά και άλλα» (Προλόγισμα: Δημήτρης Φύσσας), ΑΩ Εκδόσεις, 2021

 

Αποσπάσματα

 

Από την ενότητα«Sepia»

ΙΙ

Εκείνο ΠΟΥ ΠΛΑΝΙΕΤΑΙ  πάνω από την παλιά γειτονιά, και το άλλο που ντύνει κουβέντες μέσα στη σιωπή. Γνωστών ιστορίες. Εν μέσω ελαχίστως διακριτών φράσεων. Η σκέψη που τυλίγει δύο καλλωπισμένες επιστολές αφημένες έξω από την πόρτα γνωστού διπλανού, φίλου πονεμένου. Ποιος να τις έγραψε. Και εκείνος που διηγείται τα ελάχιστα που ξέρει, ραντίζει ευωδία στο κάθε του βήμα. Στην παλιά γειτονιά. Ο έγκλειστος νέος του υπογείου. Η όμορφη απέναντι με τα σορτς που γνέφει συνωμοτικά: ραντεβού τα μεσάνυχτα. Ο αλλόκοτος αλλοτινός μικρόκοσμός μας, η μυρωδιά του φρεσκο-σιδερωμένου ρούχου, το ηλιόλουστο διάτρητο απόγευμα. Τώρα η σιωπή βλέπεται πια με τα γυμνά σου μάτια. Να. Εκεί. Στέκει δίπλα στη φιάλη με τα όνειρα που δραπετεύουν λίγο-λίγο προς μια ανέφικτη επιλογή, μακριά. Πολύ μακριά. Κανένα, υπαινικτικό έστω, ίχνος διεξόδου. Μόνο ένα βάρος πάντα· στους

ώμους βαραίνει.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Μαρία Μανωλέλη, «Μέσα Πέτρα», εκδ. Ποταμός, 2020

 

Η πιθανή αγρυπνία του Ηλία Καλογεράκη

 

Η αγρυπνία του Ηλία Καλογεράκη δεν θα διέφερε από τις άλλες αγρυπνίες των γερόντων της Πέτρας πέραν της λεπτομέρειας ότι ίσως και να μη βρισκόταν κανείς να τον ξαγρυπνήσει.

Η Βιργινία, η γειτόνισσά του, πιστά και κρυφά ερωτευμένη μαζί του σε όλη της τη ζωή, έπασχε πλέον από ισχυρότατη υπνηλία. Στις αρχές, ένας βαθύς ύπνος ερχόταν και τη συναντούσε ενώ έπλεκε στο σκαμνί της, τα επόμενα χρόνια στο στασίδι της εκκλησίας, και πλέον όπου έμενε πάνω από λίγη ώρα καθιστή. Ήταν σίγουρο ότι δεν θα κατάφερνε να αντιμετωπίσει καμία αγρυπνία άγρυπνη.

Οι υπόλοιποι ηλικιωμένοι που ίσως και να έρχονταν δεν ήταν δυνατόν να μείνουν πάνω από μία ώρα στο καμαράκι τού γεροΗλία. Δεν υπήρχε άνθρωπος σε όλο το χωριό που να είχε να πει έναν καλό λόγο γι’ αυτόν, αλλά, και να είχαν, στις εννιά το αργότερο έπεφταν για ύπνο, και αυτό επειδή ήταν καλοκαίρι· τον χειμώνα, με το που κρυβόταν ο ήλιος, κρύβονταν και εκείνοι κάτω από τα σκεπάσματα που μύριζαν Βιξ.

Εκ πρώτης όψεως, δεν θα βρισκόταν άνθρωπος όχι μόνο να τον ξενυχτήσει, αλλά ούτε καν να του ρίξει μια χούφτα χώμα. Θα ήταν πολύ βολικό να τον πάει η νεκροφόρα κατευθείαν στο νεκροταφείο, να ψάλει ο παπάς την εξόδιο και να γίνει γρήγορα γρήγορα η ταφή, έστω και με μόνη παρούσα τη Βιργινία. Να κλείσει το θέμα πια και να τον συχωρέσει ο Θεός και όποιος άλλος έχει τη δύναμη της συχώρεσης.

Διαβάστε περισσότερα