Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Η Κρίση της Ποίησης

Η Κρίση της Ποίησης

Η Κρίση της Ποίησης

Ευθυμία Γιώσα, «Οι αναχωρητές έχουν κιόλας βαρεθεί στην Εδέμ», εκδ. Κέδρος, 2020 (γράφει ο Κώστας Τσιαχρής)

Ας ξεκινήσουμε με μια κοινοτοπία : η καλή ποίηση  αφήνει εγκαύματα. Από την πρώτη κιόλας  ανάγνωση. Ακολούθως   εξελίσσεται  σε αποτέφρωση των όσων μέχρι τώρα έζησε, σκέφτηκε, δοκίμασε και κουβάλησε  πάνω του αυτός που τη διαβάζει. Αποτέφρωση που την αισθάνεται  λυτρωτική, γιατί  «τα όμορφα  μυαλά  όμορφα καίγονται», για να παραφράσω τον τίτλο μιας παλιότερης  ταινίας του Ντραγκόγιεβιτς. Ύστερα τινάζοντας   από πάνω του στάχτες  κι αποκαΐδια, βλέπει  πάλι τη δροσιά. Βαθαίνει  η  γλώσσα  του ως εκεί που η ποίηση  σκάβει   και συναντά  το ανέγγιχτο ύδωρ.

Ας συνεχίσουμε με μια άλλη κοινοτοπία:  το ωραίο δε χρειάζεται χιλιόμετρα ύλης ή ιδέας , για  να σαρκωθεί. Του αρκεί  η ελάχιστη επικράτεια, το ένα  χιλιοστόμετρο, για να αποδείξει την εκτοπιστική  του δύναμη. Καταφέρνει    με  το σώμα νάνου να ρίχνει  σκιά  γίγαντα.

Μικρό  σε μέγεθος  και σε  περιεχόμενο  το  βιβλίο της  Ευθυμίας  Γιώσα (είθε να συνεχίσει με τέτοιες   διαστάσεις), αλλά  με σκιά γίγαντα. Όπως ακριβώς η  στεγνή μορφή  στο  εξώφυλλο,   που μοιάζει με την κορυφή  από  ένα βουνό ύπαρξης. Αν και  δε  συμπαθώ  τις ορολογίες , η ποίησή της  συνομιλεί  με το υπαρξιακό , χωρίς να μπαίνει  στο  κλουβί  μιας  υπαρξιστικής απεραντολογίας. Τα υλικά  είναι  όσο σάρκινα   κι όσο  άυλα  πρέπει. Μήτε  πόντο  παραπάνω. Και τα φαντάσματα  προτιμούν τα «οριστικά άρθρα». Σαν  μια  παραξενιά  της  μεταφυσικής  τους  καθημερινότητας  , σαν μια «εθιμοτυπική  επίσκεψη»  στο  απτό  και στο  συγκεκριμένο, που την αντέχουν  μόνο από  ανάγκη . Για  λόγους  διανυκτερεύσεως. Μέχρι  να ξημερώσει  και  να δείξουν την αληθινή χροιά της φωνής τους , «σαν  ηπειρώτικο  μοιρολόι».

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Alda Merini, «Χτες Βράδυ Ήταν Έρωτας» (δίγλωσση έκδοση / εισαγωγή- μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου), εκδ. 24γράμματα, 2021 [γράφει ο Σπύρος Αραβανής]

Η πρώτη φορά που διάβασα στίχους της Merini ήταν πριν από σχεδόν δέκα χρόνια στις μεταφράσεις της Ευαγγελίας Πολύμου στο πλαίσιο της συνεργασίας μας στο Ποιείν.  Αυτό που πρωταρχικά μού έκανε εντύπωση ήταν το πρόσωπο της Merini, η  φωτογραφία που συνόδευε τα ποιήματα. Μια μεσήλικη κυρία, με αρρενωπά χαρακτηριστικά, έντονο βάψιμο, μαργαριταρένιο κολιέ, σκουλαρίκια, βαμμένα νύχια, δαχτυλίδι με μια μεγάλη πέτρα, τσιγάρο στα δάχτυλα και βλέμμα απλανές. Η εικόνα μιας παρηκμασμένης αρχιιέρειας του πληρωμένου έρωτα που ατενίζει λυπημένα, αλλά με την ίδια ηδονική ένταση το ένδοξο παρελθόν. Και από την άλλη, σαν προσωπογραφία -αλλά και στον τρόπο που κρατούσε το τσιγάρο της- ενός πολύ οικείου μου -ξυρισμένου- τότε ποιητή (!), προσδίδοντάς μου έτσι μιαν αλλόκοτη αμεσότητα. Ωστόσο μέχρι να έχω στα χέρια μου αυτό το βιβλίο με τις μεταφράσεις επιλεγμένων ποιημάτων της (1950- 2010) δεν έψαξα ποτέ να μάθω περισσότερα βιογραφικά της. Είχα μείνει με την εικόνα της φωτογραφίας και δυο- τρεις άλλες που είδα τυχαία στην πορεία: της αρρενωπότητας στη φυσιογνωμία και του βαθύτατα θηλυκού αισθησιασμού στους στίχους.  Τέτοιου είδους αναφορές, γνωρίζω οτι  στην εποχή της «πολιτικής ορθότητας», υπάρχει ο κίνδυνος να παρεξηγηθούν. Ας είναι. Η ποίηση έτσι κι αλλιώς δεν γράφεται με φυσιογνωμικούς χαρακτήρες ή με σεξιστικά στερεότυπα. Αυτή η παραδοξότητα της Merini – θυμίζοντάς μου και τη Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ- έχει τη σημειολογία της μόνο ως προς την εικόνα. Το σημαντικό όμως  είναι άλλο. Η αίσθηση της ποίησης μιας γυναίκας που έζησε τους στίχους της κατάσαρκα με έναν αμείωτο ερωτισμό ανθρώπινης υφής και όχι ως μεταφυσικό συναίσθημα.

Από το «Αντί Εισαγωγής», όπως ονομάζεται το προλογικό σημείωμα της Πολύμου,  έμαθα για πρώτη φορά τα βιογραφικά  στοιχεία της ποιήτριας. Γραμμένο με  διάθεση συνοπτικής και ψύχραιμης καταγραφής της ιστορίας της Merini, διαβάζουμε για τα δύσκολα παιδικά της χρόνια και τις σχέσεις με τους γονείς, την πρώτη της βράβευση μόλις σε ηλικία δέκα χρόνων, την ψυχασθένειά της, τις νοσηλείες στις κλινικές, τους έρωτες, τα παιδιά της, τα πάθη και την καθημερινότητά της. Η Πολύμου επέλεξε να μας παρουσιάσει τη συνάφεια έργου και ζωής δίχως να υπεισέρθει σε λεπτομέρειες που θα γαργάλιζαν τον αναγνώστη εξαιτίας του ιδιαίτερου βίου της ποιήτριας. Κράτησε τις ισορροπίες φωτίζοντας τους στίχους με τα απαραίτητα εργοβιογραφικά. Κυρίως όμως μετέφερε την ποίηση της Merini αποδίδοντας όλους τους χυμούς της, το συναίσθημα, την αντιστοίχιση των λέξεων και ενώ δεν γνωρίζω την ιταλική γλώσσα, είμαι σίγουρος ότι έμεινε πιστή στο πνεύμα της χωρίς να ελληνοποιήσει  ή να προσδώσει φιλάρεσκα το δικό της μεταφραστικό στίγμα. Άλλωστε η γλώσσα της Merini, οικεία, με άπειρους αποφθεγματισμούς, φαίνεται να μεταφράστηκε με αυτόν τον στόχο. Της παγκόσμιας  άχρονης ποιητικής κραυγής.

Έτσι, η περιδιάβαση  στην ποιητική της συγκομιδή μού επιβεβαίωσε κατ’ αρχάς την πρώτη μου εντύπωση για την σαπφικής προέλευσης ερωτική επιθυμία που διατρέχει το έργο της, επιθυμία κατά βάση ανεκπλήρωτη αλλά ικανά εκπεφρασμένη: «Έρωτά μου σε ονειρεύτηκα καθώς ονειρεύεται κανείς / το ρόδο και τον άνεμο, / πανάχραντος είσαι, λαμπερός, μια ισορροπία / αστρική, μα εγώ είμαι νυχτωμένη  / και να σε φιλοξενήσω δεν μπορώ», μεταποιώντας ακόμα και το αίσθημα της αγάπης σε ερωτικό αίσθημα, δηλαδή με τον πόθο να ουρλιάζει ασυμβίβαστος.  Λυρική χωρίς τη ρηχή λυρικότητα του φθηνού εντυπωσιασμού, αλλά με την ακατέργαστη έκρηξη της ερωτικής φλέβας που χτυπά στις λέξεις της  «σαν γρύλος  / που τραγουδά μες στο κεφάλι μου / και σαν γρύλος επίμονος / χαράζει τους τοίχους». Μιλά για τον έρωτα με όλο της το σώμα και όχι σαν μια νοητή επιθυμητή κατασκευή ή σαν απλά συμπτώματα επιθυμίας.   Η ύλη γίνεται η κατεξοχήν συνειρμική έκφραση των προσωπικών της εμπειριών: «από κείνο το παλιομοδίτικο παλτό / γνώρισα τα μυστικά του πατέρα μου / ζώντας το έτσι όπως ήταν, στη σκιά» και ο αισθητηριακός τρόπος αντίληψης της πραγματικότητας  αντιβαίνει αξιοθαύμαστα τη σοβαρότητα της ψυχικής διαταραχής με την τραγικότητα της επίγνωσης: «Πλυθήκαμε και θαφτήκαμε, / ευωδιάζαμε λιβάνι. / Και, μετά, όταν αγαπούσαμε / μας έκαναν ηλεκτροσόκ / γιατί, λέγαν, ένας τρελός / δεν μπορεί κανέναν ν’ αγαπήσει».

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Στάθης Κουτσούνης, «Στου κανενός τη χώρα», εκδ. Μεταίχμιο, 2021 (γράφει ο Χρήστος Μαυρής)

Η στοιχειωμένη Ιστορία δεν  μπορει να ησυχάσει ποτε!

 

Τα καινούργια ποιήματα του Στάθη Κουτσούνη, που περιλαμβάνονται στην πρόσφατα (2020) εκδομένη ποιητικη συλλογη-του που τιτλοφορείται «Στου κανενος τη χώρα», και η οποία κυκλοφόρησε απο τις εκδόσεις ΄΄Μεταίχμιο΄΄, είναι όλα ριζωμένα σ’ ένα αμφίσημο φως, που κάποτε το αισθάνεσαι φίλιον και κάποτε εχθρικο, το οποίο υποβάλλει συνάμα στον αναγνώστη και μία αμυδρη υπόνοια για τη ματαιότητα των ανθρώπινων επι της γης. Εννοω πως ο ποιητης, με την πρώτη λέξη που αρθρώνει, προετοιμάζει ψυχολογικα τον αναγνώστη-του προς την πλευρα του μαρτυρικου θανάτου. Εντύπωση που επαυξάνεται όταν διαβάσει και το γενικο μότο «το δ’ ημαρ ημιν κύριον», του Ορέστη, απο την ομώνυμη τραγωδία του Ευριπίδη, με το οποίο ο Κουτσούνης σφραγίζει τη συλλογη-του. Στην πορεία όμως, όταν αρχίσει να εμβαθύνει και να εξετάζει  σχολαστικα το κάθε ποίημα της συλλογης, θα διαπιστώσει πως στη νεόκοπη ποίηση του Στ. Κουτσούνη ταιριάζει και εκείνο το συγκλονιστικο«Εν δε φάει και όλεσσον – Αν είναι να πεθάνουμε, ας πεθάνουμε μέσα στο φως», (Ομήρου ΙλιάδαP647), που βγαίνει απο τη σπαρακτικη κραυγη του Αίαντα, όπως την ακούμε να αναδύεται μέσα αποτο ομηρικο έπος αλλα και μέσα απο την ομώνυμη τραγωδία του Σοφοκλη.

Και όταν λέω αμφίσημο φως, εννοω, ένα δισυπόστατο φως, με διπλο επίπεδο, παρόμοιο θαρρω μ’ εκείνο το «αγγελικο και μαύρο φως» που θάμπωνε και παίδευε για χρόνια τον Γιώργο Σεφέρη. Με άλλα λόγια, αυτα τα ποιήματαε ίναι φωτοπερίχυτα, και συνεπως ποτισμένα χορταστικα απο αυτο το πλανερο φως, με αποτέλεσμα να κρατιόνται ζωντανα και αγέρωχα μέσα στην αέναη ροη του χρόνου, διασαλπίζοντας ταυτόχρονα το φιλόδοξο, πλην όμως πληγωμένο, πνεύμα του δημιουργου-τους. Αναπόφευκτα, λοιπον, στη μία όψη της ποίησης του Στ. Κουτσούνη βασιλεύει το σκληρο φως και στην άλλη το πυκνο σκοτάδι. Η ζωη (και ο έρωτας) απο τη μια, ο θάνατος (και ο πόνος) απο την άλλη.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Δημήτρης Κοσμόπουλος, «Θέριστρον», εκδ. Κέδρος 2015 (γράφει ο Χρήστος Μαυρής)

 

 

Μια νεόκοπη θεία λειτουργία για φωτεινους και αφώτιστους Αγίους!

 

«ΘΕΡΙΣΤΡΟΝ» ΤΙΤΛΟΦΟΡΕΙΤΑΙ Η ΕΝΑΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΟΥ ΔΗΜ. ΚΟΣΜΟΠΟΥΛΟΥ

 

 

Με την ολοκλήρωση της ανάγνωσης της ποιητικης συλλογης «Θέριστρον», της οποίας ο δημιουργος-της Δημήτρης Κοσμόπουλος θεωρείται σήμερα μία απο τις πιο δυνατες και ξεχωριστες ποιητικεςφωνες στην Ελλάδα, ο αναγνώστης έχει την αίσθηση ό,τι βρίσκεται, τουλάχιστον χρονικα, στις μέρες και τις ώρες της Μεγάλης Εβδομάδας, ακούοντας ή παρακολουθώντας με κατάνυξη μία ακολουθία των ιερων παθων. Και αυτο γιατι το μαρτύριο, ο πόνος, η λύπη, η θλίψη και η θρησκευτικη μυσταγωγία που αναδύονται μέσα απο τους στίχους αυτης της συλλογής είναι τόσο έντονα που η σκέψη του αναγνώστη μόνο σε αυτες τις ακολουθίες μπορει να τον οδηγήσει.

Το «Θέριστρον» – που πάει να πει η σοδεια που προκύπτει απο τον θερισμον ενος αγρου σπαρμένου με σιτάρι, όπου εδω ασφαλως ο ποιητης χρησιμοποιει τη λέξη με τη μεταφορικη έννοιά-της, εφόσον εννοει τονπνευματικο καρπο που «θέρισε» απο τους αγρους άλλων ομότεχνων-του –είναι η ένατη στη σειρα, και προτελευταία, συλλογη-του (ακολούθησε η συλλογη Pixels), και κυκλοφόρησε τον Οκτώβρη του 2015, απο τις εκδόσεις ΄΄Κέδρος΄΄.  Γράφει σχετικα στο ποίημα «Θερινο ηλιοστάσιο, ΙΙ» ο Δημ. Κοσμόπουλος:

 

«Ιούνιος της συγκομιδης, τι να διαλέξεις.

Μείνανε βότσαλα στεγνα οι λέξεις.

Χρυσίζουνε σιτάρια της ελπίδας.

Δρεπάνι αόρατο. Συ μόνον οίδας

Σελ. 63

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Βασίλης Ζηλάκος, «Βυθισμένη», εκδ. Οδός Πανός, 2020 (γράφει ο Σπύρος Αραβανής)

 

Η ποίηση του Βασίλη Ζηλάκου από την πρώτη του ποιητική συλλογή, «Η κούπα του τσαγιού», εκδ. Οδός Πανός, 2010 ακολουθεί μια σταθερή πορεία στο ταξίδι της γλώσσας μέσα στη γλώσσα, στη μεταφυσική ως μια φυσική καταβολή του ανθρώπου –κατά τον Kant-, στον λυρικό και μυστικιστικό οργασμό που περιορίζει τη στείρα λογοκρατική αντίληψη και που συνταιριάζει φιλοσοφικά και θεολογικά ρεύματα και διάφορους –ισμούς σε μια ταυτότητα ελληνική και σύγχρονη- όχι επικαιρική.

Οι θιασώτες του νεό-μοντερνισμού και της εξάλειψης των επιθέτων, της αχρήστευσης της γλώσσας ως μέσο εξυπηρέτησης μιας απογυμνωμένης σάρκας που επιχειρεί με την επιτηδευμένη απλότητα και τη χρήση καθημερινού λόγου να προσγειώσει αντί να απογειώσει την αυταξία του ποιήματος κατεβάζοντάς τη στο ύψος της άμεσης γραφής κοινωνικής δικτύωσης (θαυμάζοντας του ανόητου τον θαυμασμό, όπως θα έλεγε και ο Boileau) είναι σίγουρο πως δεν θα αντέξουν και πάλι να διαβάσουν ούτε την πρώτη σελίδα από αυτό το πυκνό βιβλίο. Ο ποιητής όμως «Μέσα στην άλλη καθαρότητα, / δίχως οίκτο, θα γελάσει».

Δεν μπορούν να συλλάβουν την ξάστερη ομορφιά των παρορμήσεων της προεμπειρικής υπερβατολογικής τέχνης του Ζηλάκου, «Μακάριο ό,τι φανερώθηκε δίχως να έχει γεννηθεί», ζώντας μέσα στο στενό χωρο-χρόνο της ζωής και όχι της γλώσσας τους: «Την εποχή μαρτύρει / έχοντας από πείνα κι από δίψα καταπαύσει» όπως γράφει.  Ζώντας στον αγχώδη υπαρξιακό τους προσδιορισμό και όχι στην υπαρξιστική φιλοσοφία της διαχρονικής αναζήτησης του «ωραίου» με την τραγωδία της επίγνωσης του άχθους του, όπως συμβαίνει στη «Βυθισμένη»: «Απάγκιο της ευτυχίας είναι η ελεγεία», γράφει για να συμπληρώσει αλλού: «Δεν έχω φτάσει ακόμη εκεί αλλά θα φτάσω». Δεν μπορούν να αισθανθούν τον ερωτισμό που πραγματικά αγωνιά: «Πάνω στις στάχτες/ με τα πέταλα κλεισμένα/ το Ρόδο κόκκινο προσμένει» έχοντας οι ίδιοι διαβρωθεί από τον ακαριαίο λόγο του συναισθήματος που ψευδό-αγωνιά για τη γρήγορη αποδοχή ως  μέσο θλιβερής αυτοεπιβαίωσης.

Διαβάστε περισσότερα