Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Άννα Γρίβα, Ανέκδοτα και Άλλα Ποιήματα, (μετάφραση στα ιταλικά: Ευαγγελία Πολύμου)

 

 

 

 

μνήμη

τρελό πουλί

ερωτεύεσαι

όλους τους απόντες

 

memoria

uccello pazzo

ti innamori

di tutti gli assenti

 

 

Γεωμετρία

 

Ήθελα να της μάθω τα σχήματα:

κύβος τετράγωνο το ζάρι κάτω απ’ το τραπέζι

θα σκύψω να το βρω πριν το βάλει στο στόμα της

κουτί παραλληλόγραμμο τα σπίρτα έχουν τελειώσει

θα βάλουμε στραγάλια να παίζεις μουσική

και το αλάτι κύλινδρος με κλειστό καπάκι πάντα

μην κυλίσει η θάλασσα στο πάτωμα.

 

Αδίκως βασανίζομαι:

δεν βλέπει τίποτα

όταν έχει γωνίες.

Όλη μέρα μια μπάλα κυνηγά

μια μπάλα που περνά

και σέρνει τραβά τα μάτια της

μακριά μέχρι όλα τα καλοκαίρια της ζωής της.

 

Στρογγυλό κύκλος

ο ήλιος

το μήλο

η μπάλα η μπάλα

οι πέτρες στη γλάστρα

το σαλιγκάρι στα μαλλιά μου

μια σταγόνα κρασί

στο λαρύγγι του κόσμου

ένας κόκκος νερό

στης ερήμου τα νώτα

στρογγυλό κύκλος

το ζεστό μας μπουμπούκι

το ζουμί των χειλιών μας

που ανοίγουν στον ύπνο

το γρασίδι που φούσκωσε

όταν κουρνιάσαν γατάκια

στα αυτιά και στις ρίζες του

στρογγυλό κύκλος

οι αγκαλιές μας

οι αγκαλιές μας…

 

 

Geometria

 

Volevo farle sapere gli schemi:

cubo quadrato il dado sotto il tavolo

mi piegherò a trovarlo prima che lei lo metta in bocca

scatola rettangolare i fiammiferi sono finiti

metteremo dei ceci tostati per farti suonare musica

e il sale cilindro con il coperchio sempre chiuso

perchè non rotoli sul pavimento il mare.

 

Invano mi tormento:

non vede niente

quando ci sono degli angoli.

Per tutto il giorno insegue una palla

una palla che passa

e trascina tira i suoi occhi

lontano fino a tutte le estati della sua vita.

 

Cerchio rotondo

il sole

la mela

la palla la palla

le pietre nel vaso da fiori

la lumaca nei miei capelli

una goccia di vino

nella gola del mondo

un grano d’ acqua

alla schiena del deserto

cerchio rotondo

il nostro caldo boccio

il sugo delle nostre labbra

che si aprono nel sonno

l’erba gonfiata

quando sono appollaiati dei gattini

alle orecchie e alle sue radici

rotondo ciclo

i nostri abbracci

i nostri abbracci…

 

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Dimítrios Mouzákis, from «Bruxist», ed. Sidontas, 2011 (Translated from the Greek by Yannis Goumas)

                

 

 

BRUXIST*

 

When your body was athirst

to know where it belonged

you should have come to me.

Before you knew me you knew

that on your body I’d find

others’ touches.

How could you believe

that your infidelity

would not affect me?

You didn’t know where I was

you’ll say

didn’t even know if I existed.

It doesn’t matter.

Before you knew me you knew

that on your body I’d find

others’ touches

if I exist

if every night

I chatter in my dreams

that hungered I love you

on my stolen side.

 

*Bruxism: The unconscious gritting or grinding of teeth in situations of stress

or during sleep.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Alfonsina Storni (Αργεντινή, 1892-1938), «Λιτανείες της νεκρής γης», (μετφρ. -επίμετρο: Στέργιος Ντέρτσας)

 

 

 

 

Για το ανθρώπινο γένος θα έρθει  μια μέρα

Που σαν δεντρί ματαιότητας  θα το κυριεύσει η ξέρα.

 

Κι ο   γέρο ήλιος  στην απλωσιά  τ’ ουρανού

Κάρβουνο άχρηστο θα γίνει σβησμένου πυρσού.

 

Θα ‘ρθει μια μέρα που του κόσμου η παγωνιά

Σιγή  του πένθους θα γίνει   πολύ βαθιά :

 

Ίσκιος  βαρύτατος   στον πλανήτη θα πέσει

Κι  η Άνοιξη ποτέ πια δεν θα επιστρέψει ∙

 

Σαν μάτι  τυφλό η γη πεθαμένη,

Θα συνεχίσει να γυρνά συνεχώς ταραγμένη,

 

Αλλά μέσα  στο έρεβος, στα τυφλά, μοναχή της

Δίχως «αχ» και τραγούδια, δίχως την προσευχή της.

 

Μόνη με όλα τα όντα της τ’ αγαπημένα

Κουρασμένα  στον κόρφο της και κοιμισμένα.

 

(Μάνα  που  κινείται  ακόμη και με τα πικρά τα  φαρμάκια της

Που   αφήνουν στο  στήθος της  τα πεθαμένα παιδάκια της)

 

Τίποτα όρθιο… Πολιτείες ερείπια,  διαλυμένες

Θ’ ανέχεται πάνω στις πλάτες της τις τσακισμένες

 

Απ’ τα μεγάλα τα ύψη,  κατάμαυρη, το βουνό

Θα την  θωρεί  με το βλέμμα του το φθονερό

 

Ίσως κι η θάλασσα άλλο δεν θα ‘ναι από ‘να σκληρό

Κομμάτι πάγου, μέσα  και  έξω   εντελώς σκοτεινό.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

T.S. Eliot, «Οἱ κούφιοι ἄνθρωποι» (1925) [μετφρ. -επίμετρο: Άρης Φίλιππας]

`

Ὁ μεσιέ Κούρτς—πέθανε
Μιά πεντάρα γιά τόν γερο-Γκάι

Ι

Εἴμαστε οἱ κούφιοι ἄνθρωποι
Εἴμαστε οἱ παραγεμισμένοι ἄνθρωποι
Πού γέρνουμε ἀντάμα
Μέ τά κρανία μας γεμᾶτα μ’ ἄχυρο. Ἀλίμονο!
Εἶναι οἱ στεγνές μας φωνές, ὅταν
Ἀντάμα ψιθυρίζουμε
Βουβές κ’ ἀνούσιες
Καθῶς ὁ ἄνεμος στό ξερό γρασίδι
Ἤ ὁ βηματισμός τῶν ἀρουραίων πάνω σέ σπασμένο γυαλί
Μές στό ξερό κελάρι μας.

Μορφή χωρίς σχῆμα, σκιά δίχως χρῶμα,
Ἱσχύς παράλυτη, χειρονομία ἀκίνητη•

Ὅσοι διάβηκαν
Μ’ ὁλόισιο βλέμμα, στό ἕτερο Βασίλειο τοῦ θανάτου
Μᾶς θυμοῦνται -ἄν καθόλου τό κάνουν- ὄχι σάν χαμένες
Βίαιες ψυχές, μά μόνο
Σάν τούς κούφιους ἀνθρώπους
Τούς παραγεμισμένους ἀνθρώπους.

`

ΙΙ

Μάτια πού στόν ὕπνο μου φοβάμαι νά κυττάξω
Στ’ ὀνειρικό βασίλειο τοῦ θανάτου
Αὐτά δέν φανερώνονται:
Ἐκεῖ, τά μάτια εἶναι
Ἡλιό φως πάνω σέ σπασμένη στήλη
Ἐκεῖ, εἶναι ἕνα δέντρο πού λικνίζεται
Κ’ εἶναι οἱ φωνές
Στό τραγούδισμα τοῦἀνέμου
Πιό μακρινές καί πιό ἱεροπρεπεῖς
Ἀπό ἕνα ἄστρο πού πεθαίνει.

Ἄς μη βρεθῶ ἐγγύτερα
Στ’ ὀνειρικό βασίλειο τοῦ θανάτου
Κ’ ἀκόμη ἄς μοῦ φορεθοῦν
Μεταμφιέσεις τέτοιες προσεγμένες
Προβιά ἀρουραίου, κοράκου χρώς, πάσσαλοι σταυρωμένοι
Σ’ ἕνα λιβάδι ὅπου
Θά διατελῶ στόν τρόπο τῶν ἀνέμων
Ὄχι ἐγγύτερα —

Ὄχι αὐτή ἡ στερνή συνάντηση
Στό δειλινό βασίλειο.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Leopoldo Alas (España, 1852-1901), «León Benavides» (μετφρ.- επίμετρο: Στέργιος Ντέρτσας)

Βάζω οποιοδήποτε στοίχημα  πως οι περισσότεροι αναγνώστες δεν γνωρίζουν  την ιστορία αλλά ούτε και το όνομα του λιονταριού του Κοινοβουλίου, το πρώτο που συναντά κανείς καθώς κατηφορίζει τη  Λεωφόρο  Σαν Χερόνιμο. Λοιπόν, ακούει στο όνομα… Λέων, φυσικά. Όμως το επώνυμο; Τι επώνυμο έχει; Ονομάζεται Μπεναβίδες.

Kαλύτερα όμως να δώσουμε σε κείνο  τον λόγο και ν’ ακούσουμε την ιστορία του έτσι όπως το ίδιο είχε την ευγένεια να μου τη διηγηθεί, μια φεγγαρόλουστη νύχτα που  το κοίταζα εξονυχιστικά, βρίσκοντας δεν ξέρω κι εγώ ποια ιδιαιτερότητα που στερούνταν  ο σύντροφος του που βρισκόταν στην αριστερή του πλευρά .

«Τι τόσο το ενδιαφέρον έχει ετούτο το λιοντάρι, το τόσο μεγαλοπρεπές, ευγενές και μελαγχολικό που δεν έχει το άλλο ∙ το οποίο, ωστόσο, με μια επιφανειακή ματιά θα μπορούσε να φαίνεται απολύτως όμοιο με το  άλλο;»

Κάπου στο μέσο του μετώπου του εντοπιζότανε το μυστήριο του ∙ στις ζάρες ανάμεσα στα φρύδια του. Δεν ξέρω πως, αλλά εκεί υπήρχε η αντανάκλαση  μιας ιδέας  που απουσίαζε από τ’  άλλο ∙ και μονάχα για  ετούτη τη διαφορά το ένα ήταν συμβολικό, μεγαλειώδες , καλλιτεχνικό, σχεδόν ιερό και το άλλο άτεχνο, κοινότυπο ∙ το ένα ήταν η πατρίδα και το άλλο η καπηλεία της. Το ένα ήταν λουσμένο   στην ιερή ιδέα, και το άλλο όχι. Όμως σε τι συνίστατο η γλυπτική διαφορά; Ποια πτυχή υπήρχε στο μέτωπο του ενός που απουσίαζε από το μέτωπο του άλλου;

Και παρατηρούσα εγώ το λιοντάρι, που ήταν τοποθετημένο πιο ψηλά, αποφασισμένος, με βαθιά συμπάθεια, να εκμαιεύσω μυστικό του.  Πόσες φορές μέσα στον κόσμο, συλλογιζόμουν, δεν αντιμετωπίζουμε παρόμοιες καταστάσεις: δυο δημιουργήματα  που δείχνουν να ‘ναι  πανομοιότυπα, χυμένα στο ίδιο εκμαγείο, και  που διαφέρουν τόσο,  σε βαθμό να αποτελούν δυο σύμπαντα ολωσδιόλου διαφορετικά ! Το όνομα, το σχήμα, σκεπάζουν ενίοτε κάτω από φαινομενικές ομοιότητες ακόμη και ταυτίσεις, τα πιο διαφορετικά χαρακτηριστικά, κάποιες φορές στοιχεία εκ διαμέτρου αντίθετα.

Και εν μέσω τέτοιων φιλοσοφιών με κατέλαβε  εξαπίνης μια μεταλλική φωνή, που δονούταν στην λάμψη της σελήνης  όπως δονούταν κάτω απ’ τις ηλιαχτίδες εκείνο το περίφημο Αιγυπτιακό άγαλμα.

Τρεμάμενη, γλυκιά, αχνή, βγαίνοντας απ’ τα σιδερένια σαγόνια, η φωνή έλεγε:

«Είναι μια ουλή, η διαφορά που ψάχνεις ανάμεσα σε μένα και τον σύντροφο μου και δεν είναι τίποτα περισσότερο  απ’  αυτό  ∙ είναι πως εγώ έχω  στο μέτωπο μου το σημάδι μιας ουλής. Η ουλή σου αποκαλύπτει μια ψυχή κι έτσι σου προκαλώ ενδιαφέρον. Ευχαριστώ. Πλέον εσύ αντιλήφθηκες  πως εγώ έχω πνεύμα ενώ το άλλο όχι, άκου λοιπόν την ιστορία μου και την ιστορία της ουλής αυτής:

Γεννήθηκα στα βουνά της Λεόν, εδώ και πολλούς αιώνες, στα πιο ψηλά απόκρημνα μονοπάτια που χωρίζουν,  με βαθουλώματα αιωνίως χιονισμένα,  τα χώματα της Λεόν από εκείνα των Αστουριών. Εγώ ήμουν από πέτρα, από πέτρα λευκή, σκληρή, λεία. Από την κορφή μου αγνάντευα μακριά προς τα Βορειοανατολικά άλλα βουνά, επίσης ασπριδερά και απ’  το πολύ που τα θωρούσα βυθισμένα,  σαν και του λόγου μου, βυθισμένα προς τα πάνω, στην λαμπρότητα του γαλάζιου ουρανού, κατέληξα να τα ερωτευτώ σαν  αντικείμενο αντάξιο της  πιο υψηλής μου σκέψης. Ο ήλιος μας έλουζε  με φως ∙ από μένα σε κείνα, από κείνα σε μένα πηγαίναν κι έρχοταν μαρμαρυγές. Τ’ όνομα τους ήταν Κοβαδόνγκα.

Διαβάστε περισσότερα